H ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ
ΠΟΛΕΜΟΥΜΕΝΗ ΚΑΙ ΑΠΟΛΟΓΟΥΜΕΝΗ[1]

τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου
Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως κ. Ἱερεμίου

(γ' μέρος).

  1. Ἐπειδή φαίνεται ὡς βιβλίο ἱστορίας τοῦ ἑβραϊκοῦ λαοῦ

Ἄλλος σοβαρός λόγος γιά τόν ὁποῖο ἀποκρούεται στίς ἡμέρες μας ἀπό τούς Ἕλληνες ἰδιαίτερα ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι ὅτι αὐτή φαίνεται σάν μία ἱστορία ἑνός λαοῦ, τοῦ ἑβραϊκοῦ λαοῦ. Καί εἶναι ἀνάξιο, λοιπόν, λέγουν γιά τόν Ἕλληνα, τόν ἀπόγονο ἐνδόξων ἡρωικῶν προγόνων, εἶναι ἀνάξιο, λέγουν, νά θεωρεῖ αὐτός ὡς ἱερό τό κείμενο πού παρουσιάζει τόν Ἰσραήλ ὡς ἐκλεκτό λαό τοῦ Θεοῦ. Καί εἶναι ἀνάξιο, πάλι λέγουν, γιά τόν Ἕλληνα, τόν μαθητή τοῦ Πλάτωνα και τοῦ Ἀριστοτέλη, νά ὀνομάζει τούς Πατριάρχες Ἀβραάμ, Ἰσαάκ καί Ἰακώβ ὡς «προπάτορές του»! Ἀπό ἐθνικιστικό, δηλαδή, κυρίως λόγο ἀπορρίπτεται ἡ Παλαιά Διαθήκη στίς ἡμέρες μας.

Καί πάλι τό λάθος ἐδῶ, ὅπως στίς προηγούμενες δύο περιπτώσεις, εἶναι θεολογικό. Κατά πρῶτον ἔχουμε νά ποῦμε ὅτι τό πᾶν εἶναι ἡ θέωση, τό νά βροῦμε δηλαδή στήν ζωή μας τόν Θεό καί νά ἑνωθοῦμε μαζί του. Καί ἡ θέωση ὑπερβαίνει τήν φύση καί δέν ἔχει καμμιά σχέση μέ ἐθνικό σωβινισμό. Ὁ Θεός δέν κάνει γεωγραφία καί ἐπιφαίνεται σέ ὁποιονδήποτε τόν ζητήσει μέ καθαρή καρδιά (βλ. Πράξ. 2,9-21). Ἡ Παναγία ἦταν μία Ἑβραιοπούλα· καί ὅμως γι᾿ Αὐτήν τήν Ἑβραιοπούλα ἐργαζόταν ὅλη ἡ πρό Χριστοῦ ἐποχή, γιά νά γεννηθεῖ δηλαδή ἡ κατάλληλη γυναίκα, πού θά γίνει Μητέρα τοῦ Μεσσίου. Αὐτήν ἐξέλεξε ὁ Θεός γιά Μητέρα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ Του. Τί, λοιπόν; Δέν θά δεχθοῦμε τήν Παναγία μας, ἐπειδή δέν ἦταν Ἑλληνίδα, ἀλλά ἦταν Ἑβραία τήν καταγωγή; Καί ἄν ἦταν Ἑλληνίδα δέν θά ἔπρεπε νά τήν δεχθεῖ ὁ Γάλλος ὀρθόδοξος, ἐπειδή ἦταν Ἑλληνίδα καί ὄχι Γαλλίδα; Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος πάλι ἦταν καί αὐτός Ἑβραῖος. Θά ἀπορρίψουμε, λοιπόν, καί τόν μέγα Ἀπόστολο, ἐπειδή δέν ἦταν Ἕλληνας[2];

Κατά δεύτερον ὅμως ἔχουμε νά ποῦμε ὅτι σ᾿ αὐτήν τήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Θεός παρουσιάζεται ὡς παγκόσμιος καί προνοῶν ὑπέρ ὅλου τοῦ κόσμου, χωρίς νά ἔχει καμμία ἰδιαιτέρα προτίμηση πρός τόν ἑβραϊκό λαό. Ὁ προφήτης Ἀμώς ἀρνεῖται στόν Ἰσραήλ, νά νομίσει, ὅτι ἔχει κάποιο ἰδιαίτερο προνόμιο ἀπό τόν Θεό, γι᾿ αὐτό καί σ᾿ αὐτήν τήν ἔξοδό του ἀπό τήν Αἴγυπτο, γιά τήν ὁποία τόσο πολύ αὐτός ἐκαυχᾶτο, δέν τῆς δίνει ὁ προφήτης καμμία ἰδιαίτερη σημασία καί τήν θέτει παράλληλη πρός τήν ἔξοδο τῶν Φιλισταίων ἀπό τήν Κιαφθώρ καί τῶν Ἀραμαίων ἀπό τήν Κήρ. Ὁ προφήτης παρουσιάζει τόν Θεό νά λέγει στούς Ἰσραηλῖτες:

«Δέν μοῦ εἶστε ὡς οἱ Αἰθίοπες σεῖς, τέκνα τοῦ Ἰσραήλ; Δέν ἐξήγαγα τόν Ἰσραήλ ἀπό τήν Αἴγυπτο καί τούς Φιλισταίους ἀπό τήν Κιαφθώρ καί τούς Ἀραμαίους ἀπό τήν Κήρ;» (Ἀμ. 9, 7).

Καί τό προνόμιο τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἰσραήλ δέν σημαίνει, ὅτι αὐτός ἔχει ἰδιαίτερα ὑπέρ τά ἄλλα ἔθνη δικαιώματα, ἀλλά σημαίνει τήν ἰδιαίτερη ὑποχρέωσή του νά τελεῖ τό ἀγαθό· καί ἐπειδή αὐτό δέν γίνεται, γι᾿ αὐτό θά τιμωρηθεῖ καί περισσότερο. Ὁ Θεός λέγει πάλι στούς Ἰσραηλῖτες:

«Μόνο σᾶς ἐξέλεξα ἀπό ὅλες τίς φυλές τῆς γῆς, ἀλλά γι᾿ αὐτό θά τιμωρήσω ὅλες τίς ἁμαρτίες σας» (Ἀμ. 3, 2).

Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι ὁ Ἰσραήλ ἔπαθε τήν πλάνη νά ταυτίσει τόν Γιαχβέ μέ τό ἔθνος του, καί πίστευσε, ὅτι ὁ Θεός ἐνδιαφέρεται μόνο γιά τόν Ἰσραήλ ἀδιαφορών γιά τά ἄλλα ἔθνη. Αὐτήν τήν πλάνη τήν ἐπολέμησαν σφοδρότατα οἱ προφῆτες. Ἁλλά ἐξ ὅλων τῶν γιά τήν παγκοσμιότητα τοῦ Θεοῦ προφητικῶν λόγων πιό ἰσχυρός καί δυνατός εἶναι, νομίζουμε, ἐκείνη ἡ ὡραία διήγηση περί τοῦ προφήτου Ἰωνᾶ γραμμένη ἀπό ἕναν ἄγνωστο συγγραφέα τῆς προφητικῆς σχολῆς. Στήν διήγησή του αὐτή ὁ συγγραφεύς αὐτός παρουσιάζει τόν Θεό νά ἐνδιαφέρεται γιά τήν σωτηρία καί τῶν πολύ πέραν τῶν Ἰσραηλιτῶν καί ἐθνικῶν ὄντων Νινευϊτῶν. Καί μάλιστα ἡ διήγησή του παρουσιάζει καί αὐτόν τόν προφήτη Ἰωνᾶ νά εἶναι δέσμιος τῆς ἀντιλήψεως ὅτι τά ἄλλα ἔθνη, ἐκτός τοῦ Ἰσραήλ, εἶναι βδελυκτά καί ὅτι ὁ Γιαχβέ εἶναι Θεός τοῦ Ἰσραήλ μόνο, γι᾿ αὐτό καί ἀντιλέγει στό θεῖο κέλευσμα καί ἀρνεῖται καί δέν θέλει νά πορευθεῖ στήν Νινευΐ. Ἀλλά ἡ διήγηση κατακλείεται μέ τό μάθημα, ὅτι οἱ ἐθνικοί Νινευῖτες ἦταν καλύτεροι ἀπό τούς Ἰσραηλῖτες καί ὑπήκουσαν στό κήρυγμα τοῦ προφήτου Ἰωνᾶ καί ἐσώθησαν. Τόν δέ Μεσσία ἡ Παλαιά Διαθήκη τόν ἐμφανίζει καί αὐτόν ὡς παγκοσμία προσωπικότητα, γι᾿ αὐτό καί τόν παρουσιάζει ὡς προσδοκία ὅλων τῶν ἐθνῶν καί παριστᾶ τόν Ἴδιο τόν Μεσσία νά ἀποτείνεται σέ ὁλόκληρο τόν κόσμο μέχρις αὐτῶν τῶν ἀπωτάτων νήσων (Γεν. 49, 10. Ἠσ. 42, 4. 49, 1).

  1. Ἐπειδή ἀγνοοῦν τό ὡραῖο της θεολογικό περιεχόμενο

Δέν θά μποροῦσαν νά περιφρονήσουν τήν Παλαιά Διαθήκη οἱ καταφρονητές της, δέν θά τολμοῦσαν νά κάνουν κάτι τέτοιο, ἄν ἐγνώριζαν τό ὡραῖο της καί βαθύ περιεχόμενο, τήν νόστιμη θεολογία της καί τά ὡραῖα της διδάγματα. Γι᾿ αὐτό ὅσοι ὁμιλοῦν περιφρονητικά γιά τήν Παλαιά Διαθήκη προδίδουν τήν ἄγνοιά τους ὡς πρός τό περιεχόμενό της, προδίδουν ὅτι δέν τήν ἔχουν διαβάσει ἤ ἄν τήν διάβασαν δέν τήν ἐνόησαν. Τέτοια ὑψηλή διδασκαλία, σάν κι αὐτή πού βρίσκουμε στίς ἱερές σελίδες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, δέν θά βροῦμε σέ κανένα ἐξωβιβλικό κείμενο, οὔτε, ἐννοεῖται, καί στά κείμενα τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων. Καί αὐτό βεβαίως ἔχει τήν ἑρμηνεία του: Τά κείμενα τῶν φιλοσόφων αὐτῶν εἶναι τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ δημιουργήματα, ἡ δέ διδασκαλία τῶν ἱερῶν συγγραφέων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ἀποκάλυψη Θεοῦ, εἶναι τό «Τάδε λέγει Κύριος»! Γιά παράδειγμα, πῶς νά ἐξηγήσουμε διαφορετικά τήν ὑψηλή θεολογία τοῦ τσοπάνου προφήτου Ἀμώς; Ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του δέν μποροῦμε νά ἐξηγήσουμε τό φαινόμενο ἕνας Ἑβραῖος βοσκός νά παρουσιάζει τέτοια σοφία, σοφία πού δέν τήν ἔχει ὁ Σωκράτης καί ὁ Πλάτων[3], γιατί ὁ ἴδιος ὁ Ἀμώς ἦταν ἀγράμματος. Ἀπό τό περιβάλλον του πάλι δέν μποροῦμε νά ἑρμηνεύσουμε τήν θεολογία τοῦ Ἀμώς, γιατί σέ κανένα ἔξω ἀπό τό Ἰσραήλ κείμενο τῆς τότε ἐποχῆς (8ος αἰών) δέν συναντοῦμε τέτοια διδασκαλία. Κατ᾿ ἀνάγκη θά πρέπει νά δεχθοῦμε, ὅτι ἡ σοφία τοῦ προφήτου εἶναι ἀποκάλυψη Θεοῦ[4].

Θά μᾶς ἔφερε πολύ μακρυά ὁ λόγος, ἄν θά θέλαμε νά μιλήσουμε ἐδῶ, ἔστω καί μέ πολλή γενικότητα, γιά τήν γλυκειά καί ὑψηλή θεολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού ἀγνοοῦν οἱ καταφρονητές της· ἄν παρουσιάζαμε μόνο ἀπό τήν θεολογία της τήν περί προόδου τῆς ἁμαρτίας διδασκαλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπου στό καταφρονούμενο αὐτό ἱερώτατο βιβλίο φαίνεται τό σωτηριολογικό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία ὄχι τοῦ Ἰσραήλ μόνο, ἀλλά ὅλου τοῦ κόσμου, γιά νά νοήσουμε ἐκεῖνον τόν φοβερό λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Συνέκλεισε ὁ Θεός τούς πάντας εἰς ἀπείθειαν, ἵνα τούς πάντας ἐλεήσῃ» (Ρωμ. 11, 32)[5].

Γενικῶς ἀναφερόμενοι στό περιεχόμενο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης λέγομε, ὅτι ἔχει αὐτά τά τρία: α) Τό ἐκπληρούμενον. Εἶναι οἱ τύποι της καί οἱ προφητεῖες της περί τοῦ Μεσσίου πού ἐκπληρώθηκαν στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ τήν σάρκωσή του στόν κόσμο. β) Τό συμπληρούμενον. Εἶναι ἡ περί πίστεως καί ἠθικῆς διδασκαλία της, τήν ὁποίαν ὁ Χριστός ὄχι μόνον δέν κατήργησε, ἀλλά «καί σφόδρα ἐπέτεινε», (Χρυσόστομος)[6] δηλαδή συνεπλήρωσε. γ) Τό καταργούμενον. Εἶναι οἱ αὐστηρές τελετουργικές διατάξεις τοῦ Νόμου, οἱ ὁποῖες δόθηκαν εἰδικά γιά τόν ἰουδαϊκό λαό γιά τήν σκληρότητά του καί παχυλότητά του, ὅπως εἴπαμε, γιά τίς ὁποῖες ὅμως πρέπει νά ἐπαινέσουμε τήν Παλαιά Διαθήκη, γιατί «τούς (Ἑβραίους) πρός τοσαύτην κατενεχθέντας κακίαν ἠδυνήθη διά τῆς οἰκείας σφοδρότητος ἀπαλλάξαι τῆς πονηρίας, μαλάξαι τε καί ποιῆσαι καταπειθεῖς τῇ χάριτι καί πρός τήν τῆς Καινῆς ὁδηγῆσαι φιλοσοφίαν» (Χρυσόστομος, MPG. 51,287).

Θέλοντας ἐν κατακλεῖδι νά παρουσιάσω κάτι μόνο ἀπό τήν ὑψηλή διδασκαλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, σάν ὀρεκτικό πρός μελέτη της, προτίμησα τήν περικοπή Μιχ. 6,6-8. Οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς τοῦ προφήτου Μιχαίου (8ος αἰών) ἀναζητοῦσαν μέν τόν Θεό, ἀλλά δέν εἶχαν σωστή ἔννοια Θεοῦ. Καί ἐνόμιζαν ὅτι ὁ Θεός εὐαρεστεῖται μέ παχυλές θυσίες κριῶν καί μόσχων καί μέ προσφορές ἐλαίου ἤ – τό ἀκόμη πολύ χειρότερο – γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τους ἐνόμιζαν, ὅτι πρέπει νά θυσιάσουν τό πρωτότοκο παιδί τους. Καί ἐρωτοῦν, λοιπόν, τόν προφήτη Μιχαία:

6,6 Μέ τί πρέπει νά παρουσιασθῶ στόν Γιαχβέ, νά προσκυνήσω τόν ὕψιστο Θεό; Πρέπει νά παρουσιασθῶ μέ ὁλοκαυτώματα, μέ ἐνιαύσιους μόσχους;

7 Εὐαρεστεῖται ὁ Θεός σέ χιλιάδες κριῶν καί σέ μυριάδες ποταμούς ἐλαίου; Πρέπει νά προσφέρω τόν πρωτότοκό μου γιά τήν ἁμαρτία μου, τό γέννημα τοῦ σώματός μου γιά τήν ἀνομία τῆς ψυχῆς μου;

Στά ἐναγώνια αὐτά ἐρωτήματα τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς του, γιά τό πῶς ὁ ἄνθρωπος θά βρεῖ τόν Θεό καί θά τόν εὐαρεστήσει, ὁ προφήτης Μιχαίας ἀπαντᾶ:

8 Σοῦ ἀναγγέλθηκε, ἄνθρωπε, τί εἶναι καλό καί τί ὁ Γιαχβέ ζητάει ἀπό σένα. Τίποτε ἄλλο, παρά δικαιοσύνη καί ἀγάπη νά ἐξασκεῖς καί νά πορεύεσαι ταπεινόφρονα πρός τόν Θεό σου!

Ἡ ἀπάντηση αὐτή τοῦ προφήτου Μιχαία εἶναι ὕψος! Εἶναι ἡ οὐσία τῆς θρησκείας! Θρησκεία, κατά τόν ἀθάνατο αὐτό στίχο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τόν Μιχ. 6,8, εἶναι αὐτά τά τρία: α) Νά εἴμαστε δίκαιοι πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους· β) νά ἀγαπᾶμε ὅλους· καί γ) νά φερόμαστε μέ εὐλάβεια ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ μας.

Ἄς προσέξουμε, ὅτι ὁ προφήτης στήν ἀπάντησή του εἶπε τό: «Σοῦ ἀναγγέλθηκε, ἄνθρωπε, τί εἶναι καλό καί τί ὁ Γιαχβέ ζητάει ἀπό σένα». Πραγματικά αὐτά τά τρία πού λέγει ἐδῶ ὁ προφήτης στόν ἐρωτῶντα αὐτόν λαό, τοῦ τά εἶχαν πεῖ καί οἱ προηγούμενοι ἀπό αὐτόν προφῆτες, γι᾿ αὐτό ὁ προφήτης μας λέγει «σοῦ ἀναγγέλθηκε, ἄνθρωπε». Πρίν ἀπό τόν προφήτη Μιχαία προφῆτες μέ γραπτά κείμενα ἦταν ὁ προφήτης Ἀμώς πρῶτα, ὁ ὁποῖος ἐτόνισε πολύ τήν δικαιοσύνη (βλ. Ἀμ. 2, 6 ἑξ. 5, 11· 4, 1 ἑξ. 3, 10· 5, 7.10.12.15 κ.ἄ.)· ἔπειτα ἔχουμε τόν προφήτη Ὠσηέ, πού ἐκήρυξε τόν Θεό ὡς ἀγάπη καί παρουσιάζει τόν Θεό νά λέγει ἐκεῖνον τόν ἀθάνατο λόγο στούς τυφλούς Ἰσραηλῖτες τῆς ἐποχῆς του, πού ζητοῦσαν καί αὐτοί νά βροῦν Τόν Θεό μέ παχυλές θυσίες: «Ἀγάπη θέλω καί ὄχι θυσίες, γνώση Θεοῦ καί ὄχι ὁλοκαυτώματα» (Ὠσ. 6,6)· καί μετά τόν Ὠσηέ ἔχουμε χρονολογικῶς τόν προφήτη Ἠσαΐα, ὁ ὁποῖος κήρυξε τόν Θεό ὡς «καδώς», δηλαδή, ὡς «ἅγιον», μέ τήν ἔννοια τοῦ παντοκράτορος, ἔναντι τοῦ Ὁποίου ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά αἰσθάνεται δέος, ταπείνωση καί εὐλάβεια καί νά ὑπακούει στό θέλημά Του (Ἠσ. 6,3.5. 2,10. 8,11 ἑξ. 30,15. κ.ἄ.). Ὁ προφήτης Μιχαίας ἀποδεικνύεται ἕνας καλός μαθητής τῶν προηγουμένων τριῶν διδασκάλων του προφητῶν καί σέ ἕνα λόγο του συνάπτει τήν οὐσιαστική τους διδασκαλία γράφοντας τόν ὑπέροχο πράγματι 6,8 στίχο τοῦ βιβλίου του. Ἀλλά, τελειώνοντας τόν πενιχρό μας ἐδῶ λόγο περί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἄς ἀκούσουμε τόν μακαριστό Διδάσκαλό μας Βασίλειο Βέλλα σχολιάζοντα τόν στίχο μας Μιχ. 6,8, τόν λόγο τοῦ προφήτου, ὅτι τήν θρησκεία τήν ἀποτελοῦν τά τρία αὐτά: Δικαιοσύνη, ἀγάπη καί εὐλάβεια πρός τόν Θεό:

«Βεβαίως νέον τι τά τρία ταῦτα σημεῖα δέν ἀποτελοῦν. Ὁ ἴδιος δέ ὁ προφήτης διά τῆς φράσεως “σοῦ ἀνηγγέλθη”, ἀναφερομένης εἰς τόν προηγούμενον χρόνον καί προφανῶς εἰς τήν διδασκαλίαν τῶν προηγηθέντων προφητῶν, ὑποδηλοῖ ὅτι δέν διατυποῖ νέον τι. Τό πρωτότυπον ὅμως, τό νέον, ἔγκειται ἐν τῇ συνενώσει τῶν τριῶν τούτων σημείων. Ἀπό τῆς ἀπόψεως μόνον ταύτης δύναται νά θεωρηθῇ ὁ Μιχαίας ὡς ὁ μεγαλύτερος τῶν προφητῶν τοῦ Η΄ αἰῶνος, διότι συνενοῖ καί συγκεντροῖ τήν διδασκαλίαν πάντων τῶν προηγηθέντων προφητῶν. Ὁ στίχος οὗτος ἀποτελεῖ πράγματι τήν ἀνωτάτην βαθμίδα τῆς προφητικῆς διδασκαλίας τοῦ Η΄ αἰῶνος. Διατυποῦται σαφῶς ἐνταῦθα θρησκεία καθαρῶς πνευματική, θεμελιουμένη ἐπί ἀσαλεύτων βάσεων. Ἐδῶ πράγματι ἀναπνέει κανείς ἐν τῷ μέσῳ τῆς ζοφερᾶς καί ἀποπνικτικῆς πνευματικῆς καί θρησκευτικῆς ἀτμοσφαίρας σύμπαντος τοῦ περιοίκου πρός τόν Ἰσραήλ ἀρχαίου τότε κόσμου τόν ζείδωρον τῆς ἀληθοῦς θρησκείας ἀέρα καί ἀπό τῶν ὑπερυψήλων τούτων προφητικῶν κορυφῶν διαβλέπει εἰς τόν καθαρόν πλέον οὐρανόν τήν πρός τόν ἀληθῆ Θεόν ὁδόν. Μάτην εἰς τάς διαφόρους θρησκείας καί τάς θρησκευτικάς φιλολογίας τῆς τότε ἐποχῆς ἀναζητοῦμεν ἔστω καί πενιχρόν τι παράλληλον χωρίον πρός τόν στίχον τοῦτον τοῦ Μιχαίου. Ὁ στίχος οὗτος παραμένει ὡς μοναδικός καί παραμένει πάντοτε μέ ἀναλλοίωτον κάλλος, μέ ἀκατάβλητον δύναμιν, μέ κῦρος ἀπρόσβλητον» (Θρησκευτικαί Προσωπικότητες τῆς Π.Δ., 3, σελ. 325, 326).

Ὡς συμπέρασμα τῆς παρούσης ταπεινῆς μελέτης μας εἶναι αὐτός ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: «Τό γάρ αὐτό Πνεῦμα καί τά ἐν τῇ Παλαιᾷ καί τά ἐν τῇ Καινῇ πάντα ᾠκονόμει, εἰ καί διαφόρως. Διά τοῦτο καί Παῦλος ἔλεγεν· “Ἔχοντες τό αὐτό Πνεῦμα τῆς πίστεως”» (MPG. 51, 287).

 

[1] Ἡ παρούσα μελέτη, γραμμένη ὡς Κατήχηση γιά τόν λαό, εἶναι ἀνάπτυγμα τῆς κατόπιν Ἐντολῆς εἰσηγήσεως τήν 17-6-2003 στήν Ἐπιτροπή τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας μας περί τῆς Ἀρχαιολατρίας, γιατί οἱ λεγόμενοι «ἀρχαιολάτρες» πολεμοῦν σφόδρα τήν Παλαιά Διαθήκη.

2 Ὁ μακαριστός πατήρ Ἰωάννης Ρωμανίδης γράφει τά ἑξῆς σπουδαῖα: «...Τό θεμέλιον τοῦ  ἡσυχασμοῦ εἶναι ἡ θέωσις, ἥτις νικᾷ τήν φύσιν καί ποιεῖ κατά χάριν θεούς τούς ἀνθρώπους. Αὕτη εἶναι ἡ πηγή τῆς ἀνωτάτης δυνατῆς ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ κατανοήσεως τῆς θεολογίας, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τήν φύσιν τοῦ λόγου καί τοῦ νοός τοῦ ἀνθρώπου καί μηδεμίαν σχέσιν ἔχει πρός ἐθνικόν τινα σωβινισμόν. Τό ὅτι τήν πλειοψηφίαν τῶν θεωθέντων κατά τήν ἱστορικήν πορείαν τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦν ἑλληνόφωνοι Ρωμαῖοι Πατέρες καί Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, δέν σημαίνει ὅτι δέν δύνανται καί οἱ ἄλλων γλωσσῶν καί ἐθνικοτήτων πιστοί νά γίνουν ἐξ ἴσου θεοφόροι, ἀλλ᾿ ὅμως οὔτε σημαίνει ὅτι δύνανται νά γίνουν ἀνώτεροι θεολογικῶς καί πνευματικῶς. Ἀσφαλῶς ὑπάρχουν ἀνώτερα ἤ διάφορα στάδια θεώσεως, ὡς ἡ ἔλλαμψις, ἡ θέα καί ἡ διαρκής θέα, ἀλλά ταῦτα οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν πρός ἐθνικήν τινα ἰδιοσυγκρασίαν. Οἱ ἀπόστολοι εἰς τό ὄρος Θαβώρ καί κατά τήν Πεντηκοστήν ἔλαβον τήν θέωσιν εἰς τόν ἀνώτερον δυνατόν ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ βαθμόν· καί ὁ Μωυσῆς ἐθεώρει τήν δόξαν τοῦ Χριστοῦ ἐπί τοῦ Σινᾶ τεσσαράκοντα ἡμέρας καί νύκτας. Οὗτοι οὔτε Ἕλληνες, οὔτε Λατῖνοι, ἀλλά οὔτε καί Σλαῦοι ἦσαν» (Ρωμαῖοι ἤ Ρωμηοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τόμος πρῶτος, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 83). Λέγομε, λοιπόν, κατά πρῶτον, ὅτι εἶναι μεγάλο θεολογικό λάθος τό νά ἀπορρίπτουμε τήν Παλαιά Διαθήκη ἐπειδή διαβάζουμε σ᾿ αὐτήν ἀποκάλυψη Θεοῦ πρός τόν ἰσραηλιτικό λαό καί ὄχι στόν δικό μας ἑλληνικό λαό.

3 Μία λεπτή παρατήρηση: Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἔλαβε τόν Νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί τόν συμπλήρωσε στήν ἐπί τοῦ Ὄρους ὁμιλία του, λέγοντας: «Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις...», «Ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν...». Καί ἔγινε αὐτό ἐπειδή «ταιριάζει» ἡ Παλαιά Διαθήκη μέ τήν Καινή, ἀφοῦ ἔχουν τόν ἴδιο νομοθέτη. Θά μποροῦσε ὁ Χριστός νά πάρει τά βιβλία τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων καί νά κάνει τό ἴδιο συμπληρώνοντάς τα; Ὄχι, ἀσφαλῶς γιά τό ἀταίριαστο! Ἡ παρατήρηση αὐτή εἶναι τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: «Καί ὁ Χριστός δέ, εἰ πονηρά τις ἦν καί ἀλλοτρία (ἡ Παλαιά Διαθήκη, ὅπως ἔλεγαν οἱ κατήγοροί της) οὐκ ἄν αὐτήν ἐπλήρωσεν ἐλθών ἅπασαν... ὥστε δεῖξαι συγγενῆ ταύτην οὖσαν τῇ Καινῇ· τίνος ἕνεκεν οὐχί καί τῶν Ἑλλήνων ἐπλήρου νόμιμά τε καί ἔθη;» (Εἰς τό κατά Ματθαῖον, Ὁμιλία ΙΣΤ΄δ. MPG 57,244). Περί τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καί περί τοῦ ὅτι δέν δύναται κἄν νά συγκριθεῖ πρός τό ὕψος τῆς χριστιανικῆς θεολογίας, βλ. πατερικές περικοπές εἰς ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, Ἄρθρα, μελέται-ἐπιστολαί, τόμ. Α΄, σέλ. 11-83.

4 Τό δυνατό αὐτό ἐπιχείρημα περί τῆς ἐκ θείας ἀποκαλύψεως διδασκαλίας τοῦ ποιμένος προφήτου Ἀμώς εἶναι τοῦ Διδασκάλου Βασιλείου Βέλλα. Παραθέτω τήν σχετική του περικοπή ὡς ὡραῖα αὐτός τήν ἐκφράζει: «Ἀλλ᾿ ἡ ἔκπληξίς μας ἀποβαίνει ἔτι μεγαλυτέρα εὐθύς ὡς ἐπιχειρήσωμεν νά κατατάξωμεν τόν Ἀμώς εἰς τό ἱστορικόν πλαίσιον τῆς ἐποχῆς του. Πανταχοῦ τῆς τότε Ἀνατολῆς θά εὕρωμεν θρησκείας οὐ μόνον ὑπό εἰδεχθεστάτας πολυθεϊστικάς μορφάς ἀλλά καί ἐστερημένας πάσης δυνάμεως, συναπολεσθείσας δέ μετά τῶν λαῶν, μεθ᾿ ὧν ἦσαν συνδεδεμέναι. Τό πνευματικόν ἀφ᾿ ἑτέρου περιβάλλον τῆς τότε ἐποχῆς ἦτο ἀνίκανον νά ἐκκολάψῃ ὑψηλάς πνευματικάς ἰδέας. Εἶναι βεβαίως ἀληθές ὅτι ὁ Ἀμώς πολλά ἤντλησε ἐκ τῆς Μωσαϊκῆς καί προφητικῆς παραδόσεως, ἀλλ᾿ ἐξ αὐτῆς δέν ἐξηγοῦνται πάντα, διότι πολλά σπουδαῖα νέα σημεῖα ἀναφαίνονται. Ἡ διδασκαλία τοῦ Ἀμώς διαπερᾷ τά πνευματικά ὅρια τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, προτρέχουσα ἐν τῇ ἱστορίᾳ αἰῶνας ὁλοκλήρους. Ἀλλ᾿ ἐάν ἐκ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δέν δυνάμεθα νά ἐξηγήσωμεν τήν διδασκαλίαν τοῦ Ἀμώς, πολύ ὀλιγώτερον δυνάμεθα νά κατανοήσωμεν αὐτήν ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ Ἀμώς. Τό ὕψος, τήν δύναμιν καί τήν καθαρότητα αὐτῆς δέν δύνανται νά βαστάσουν οἱ ὦμοι ἑνός ἁπλοῦ ποιμένος τῆς ἀπομεμακρυσμένης Θεκοά, οὔτε νά διατυπώσουν ποιμενικά χείλη. Δυνάμεθα ἐπί τῆς ἐπιστημονικῆς μας τραπέζης ὅσον θέλομεν αὐστηρότερον νά ἐφαρμόζωμεν τάς ἱστορικάς μεθόδους, μέχρι τῶν ἐλαχιστοτέρων ν᾿ ἀναλύωμεν τήν ἐποχήν ἐκείνην καί νά προσπαθῶμεν νά ἐννοήσωμεν τήν διδασκαλίαν τοῦ προφήτου ἐκ τῆς ἀντιθέσεως τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ χωρίου, εἰς ὅν ἀνετράφη ὁ Ἀμώς, πρός τόν πολιτισμόν τῶν πόλεων, ὅν βραδύτερον εἶδεν ὁ προφήτης. Δέν θά δυνηθῶμεν ὅμως τά πάντα οὕτω νά κατανοήσωμεν ἀλλά θά στραφῶμεν ἀναγκαίως πρός τήν φωνήν ἐκείνην τοῦ προφήτου “τάδε λέγει ὁ Γιαχβέ”, ἥτις καί παρέχει τήν λύσιν τοῦ προβλήματος» (Θρησκευτικαί Προσωπικότητες τῆς Π.Δ.3, σελ. 169.170).

5 Γιά τήν περί «προόδου τῆς ἁμαρτίας» ἀντίληψη τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού ἀποτελεῖ ἕνα ἰσχυρό κεφάλαιο στήν θεολογία της, σχετιζόμενο μέ τήν περί ἱστορίας διδασκαλία της, ἐγράψαμε στόν μέλλοντα νά κυκλοφορήσει ὑπό τῆς Μητροπόλεως Φλωρίνης, προνοίᾳ τοῦ Μητροπολίτου αὐτῆς κ. ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ, τιμητικό τόμο πρός τόν Γέροντα πρῴην Μητροπολίτη Φλωρίνης π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΝ, στήν μελέτη μας «Οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί ἡ διδασκαλία τους».

6 Εἰς τό κατά Ματθαῖον ὁμιλία ΛΘ΄, εἰς Ἅπαντα Ἁγίων Πατέρων, τόμ. 66, σελ. 267.Φ

http://www.ppu.gr/




Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης