ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ

ΜΕΡΟΣ Ζ'

(Η επίδραση της εικονομαχίας στη Δύση, θεολογικές διαφορές Φράγκων και Ρωμαίων, τοπικές και Οικουμενικές Σύνοδοι, η θέση της Αγίας Έδρας, ο ύποπτος ρόλος του Καρλομάγνου και η διάδοση των αιρετικών του απόψεων, η λεγόμενη «Καρολίγγεια Αναγέννηση»)

Να δούμε και τις εξελίξεις στα εκκλησιαστικά-δογματικά ζητήματα την εποχή του Καρόλου. Το μεγάλο γεγονός που συντάρασσε την Εκκλησία επί δεκαετίες ήταν η εικονομαχική έριδα. Η ανάληψη τη εξουσίας από την Ειρήνη την Αθηναία, ως επιτρόπου του ανήλικου Κωνσταντίνου Στ' μετά τον θάνατο του συζύγου της Λέοντα Δ' (780), δημιούργησε κλίμα ευνοϊκό για την επίλυση της διαμάχης, με την κατίσχυση των θέσεων των εικονολατρών (αντιμεταρρυθμιστών). Η σύγκληση της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου το 786 μ.Χ., αρχικά στην Κωνσταντινούπολη, και η ολοκλήρωση των εργασιών το επόμενο έτος στην Νίκαια της Βιθυνίας (24 Σεπτεμβρίου-13 Οκτωβρίου 787), έδωσαν την δογματική λύση στο ζήτημα και προσωρινή ειρήνη στην Εκκλησία μέχρι το 814 μ.Χ. Την χρονιά αυτή οι εικονομάχοι (μεταρρυθμιστές), έχοντας εκπροσώπους στο στρατιωτικό και πολιτικό κατεστημένο της ρωμαϊκής πρωτεύουσας (Κωνσταντινούπολη), ανακίνησαν την έριδα, μέσω του Λέοντος Ε' του Αρμένιου. Οριστικά το θέμα λύθηκε από την Αυγούστα Θεοδώρα, μητέρα και επίτροπο του  ανήλικου Μιχαήλ Γ' το 843 μ.Χ. Μέσα σ' αυτό το χρονολογικό πλαίσιο ας δούμε και της κινήσεις που έγιναν στην Δύση.

Ήδη αναφερθήκαμε στην σύγκληση συμβουλίου στο Gentilly (Gentiliacum) το 767 μ.Χ. (δες σημ. 120), όπου συζητήθηκε, μεταξύ άλλων, και το θέμα των εικόνων. Επίσης αναφερθήκαμε και στην Σύνοδο του Λατεράνου το 769 μ.Χ. και στα θέματα που αντιμετώπισε (δες σημ. 138). Στην τέταρτη συνεδρίαση της Συνόδου αυτής συζητήθηκε το θέμα της προσκύνησης των εικόνων και η «ακέφαλη σύνοδος» του 754 μ.Χ. αναθεματίσθηκε. Η Δύση τάχθηκε σ' αυτήν την Σύνοδο (του Λατεράνου) υπέρ της προσκύνησης. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρόντες ήταν δώδεκα επίσκοποι των Φράγκων, εκ των οποίων μόνο ο Wilichar της Sens φέρει τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου. Ο Hefele ακολουθώντας τον Cajetan Cenni αναφέρει, ότι την εποχή αυτή ο τίτλος του Μητροπολίτη και η οργάνωση της Μητρόπολης δεν υπάρχουν στην Φραγκία151. Αυτό θα το δούμε λίγο παρακάτω. Επίσης παρόντες ήταν και επίσκοποι από την Τοσκάνη και την Καμπανία, περιοχές που είχαν υπαχθεί στην δικαιοδοσία της Κωνσταντινούπολης από τον Λέοντα Γ'.

Το 790 μ.Χ. ο πάπας Ανδριανός απέστειλε στον Κάρολο τα πρακτικά της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου. Ο Φράγκος ηγεμόνας, μέσα στην παντοδυναμία του, θεώρησε υποτιμητικό για την Εκκλησία του ν' αποδεχθεί αποφάσεις που είχαν παρθεί στην Ανατολή152. Εξέδωσε, λοιπόν το δικό του μανιφέστο, τα γνωστά Libri Carolini (Opus Caroli Regis Contra Synodum)153, το οποίο περιείχε την θεολογία που έπρεπε ν' ασπασθεί η δυτική Εκκλησία κατ' εντολήν του «αυτοκράτορα». Σ' αυτά απέρριψε την προσκύνηση των εικόνων, πρακτική που ακολουθούσε η δυτική Εκκλησία και ο πάπας. Στην Φραγκία υπήρχαν τώρα πια 19 Μητροπολίτες, έτοιμη να συγκατανεύσουν σε κάθε του επιθυμία (21 στο σύνολο υπολογίζει ο Εϊνάρδος154 μαζί με την Ρώμη και την Ραβέννα). Το έργο ήταν τετράτομο, αποτελούνταν από 120 ή 121 κεφάλαια, εκ των οποίων μόνο τα 85 εστάλησαν στον πάπα Ανδριανό. Άσχετα με τον τίτλο τους, κανένας δεν αποδίδει την συγγραφή του έργου στον Κάρολο. Κατά τον Henry Percival155 συγγραφέας θεωρείται ο Αλκουΐνος, ενώ κατά την Freeman156 πιθανότερος είναι ο Θεοδούλφος της Ορλεάνης, ένας Βησιγότθος στην καταγωγή κληρικός. Κατά την ίδια στον πάπα Ανδριανό εστάλη ένα προσχέδιο των Libri Carolini, το Capitulare adversus synodum, γεγονός που δικαιολογεί την διαφορά στον αριθμό των κεφαλαίων. Θεωρεί το εκτενέστερο έργο ως τα πρακτικά της Συνόδου της Φρανκφούρτης του 794 μ.Χ. Ακόμα και αν δεν είναι ο Αλκουΐνος συγγραφέας του έργου, ήταν σίγουρα ένθερμος υποστηρικτής των θέσεων του Καρόλου και τις προώθησε στην Βρετανία, προετοιμάζοντας τον Εθελάρδο, Αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρυ και τους εκεί επισκόπους για την Σύνοδο της Φρανκφούρτης157. Σε κάθε περίπτωση, η βαρβαρίζουσα γλώσσα του έργου, με εκφράσεις όπως argumenta insanissima et absurdissima (εντελώς τρελή και εξωφρενική λογική) & derision dignas naenias (κατεβατό άξιο λοιδορίας - αναφέρεται στα πρακτικά της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου), καταδεικνύουν το απαίδευτο του συντάκτη.

Έχει προταθεί η άποψη, ότι η διαφοροποίηση της δυτικής εκκλησίας στο θέμα της προσκύνησης των αγίων εικόνων προέρχεται από κακή απόδοση του όρου «προσκύνησις», που χρησιμοποιήθηκε και στα πρακτικά της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, με το λατινικό «adoro», δηλ. «λατρεία». Πρώτος που έδωσε αυτή την εξήγηση είναι ο Αναστάσιος Βιβλιοθηκάριος με τα εξής λόγια: «ο μεταφραστής παρεξήγησε το πνεύμα της ελληνικής γλώσσας καθώς και της λατινικής, κι έκανε κατά λέξη μετάφραση˙ και με τέτοιο τρόπο ώστε μόλις μετά βίας καταλαβαίνει κανείς τι σημαίνει. Έκτοτε κανείς δεν διαβάζει την μετάφραση και κανένα αντίγραφό της δεν έχει γίνει»158. Και αναρωτιέται κανείς - στους τόσους αιώνες που πέρασαν δεν βρέθηκε κάποιος να μεταφράσει σωστά τα πρακτικά της Συνόδου; Η επίσημη θέση της δυτικής εκκλησίας στο θέμα των εικόνων ελάχιστα διαφοροποιήθηκε από τις θέσεις του Καρόλου, όπως αυτές διατυπώνονται στα Libri Carolini. Έκτοτε ούτε ένας δεν βρέθηκε να εξηγήσει την διαφορά προσκύνησης και λατρείας στους Φράγκους; Και αν οι δυτικοί δεν θέλουν να λατρεύουν τις εικόνες, όπως δεν θέλουν και οι Ορθόδοξοι, τι τους απαγορεύει να τις προσκυνούν, όπως και οι Ορθόδοξοι; Την εξήγηση νομίζω δίνει ο Henry Percival : «είναι σίγουρο και πέρα από κάθε πιθανότητα αμφιβολίας, ότι ο συγγραφέας ή οι συγγραφείς δεν είχαν διαβάσει ποτέ τις πράξεις και τις αποφάσεις της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου. Και ακόμα παραπέρα αυτός ή αυτοί αγνοούσαν εντελώς τι συνέβη στο Συμβούλιο (Conciliabulum κατά τον συγγραφέα, ακέφαλη σύνοδος καθ' ημάς) του 754 μ.Χ.»159. Εν ολίγοις ο Κάρολος και οι Φράγκοι ή Βησιγότθοι (Θεοδούλφος) ή Νορθούμβριοι (Αλκουΐνος) αυλικοί του δεν ενδιαφέρονταν για την Ορθόδοξη θέση έναντι των εικόνων, αλλά για την διαφορετική. Ήθελαν μέσω της διαφοροποίησής τους από την Ανατολή να σηματοδοτήσουν την οικειοποίηση της Δύσης, να δηλώσουν ότι αυτοί κατείχαν την ρωμαϊκή Εκκλησία, αποφασίζοντας και επιβάλλοντας ότι θέλουν, και κατ' επέκταση την ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Πολιτικό, λοιπόν, ήταν το θέμα. Τα Libri Carolini γέμουν παραλογισμών και αντιφάσεων. Συστηματική καταγραφή και αναίρεσή τους υπάρχει στο έργο του Henry Percival (σελ. 579-582) και δεν θεωρούμε εδώ απαραίτητη την αναπαραγωγή τους. Ήδη πρώτος ο πάπας Ανδριανός είχε καταδείξει στον Κάρολο τα λάθη του, δι' επιστολής του. Στην επιστολή αυτή διαβάζουμε μεταξύ άλλων, ότι ο Πάπας δεν μπορεί να καταδικάσει την αυτοκράτειρα Ειρήνη και τον γιο της Κωνσταντίνο, διότι οι θέσεις τους είναι εμφανώς ορθόδοξες, αλλά μπορεί να τους καταδικάσει διότι κατέχουν παράνομα γαίες του Αποστόλου Πέτρου159-1. Να συμπεράνουμε, λοιπόν, ότι το ατυχές συνοικέσιο μεταξύ Κωνσταντίνου και Ερυθρώς, υπήρξε αιτία πολιτικής διαμάχης;

Οι υποδείξεις-διορθώσεις του Πάπα Ανδριανού δεν στάθηκαν αρκετές να πείσουν έναν «αυτοκράτορα» που δεν ήθελε να πεισθεί αλλά να επιβάλλει. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Κωνσταντίνου Ε' του Κοπρώνυμου συγκάλεσε την Σύνοδο της Φρανκφούρτης το καλοκαίρι 794 μ.Χ. Από τους 56 κανόνες της συνόδου ο πρώτος καταδίκασε μια αίρεση της εποχής, αρειανικής  μορφής, η οποία θεωρούσε τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό ως υϊοθετημένο (Adoptionism) Υιό Θεού. Ο δεύτερος κανόνας της Συνόδου είναι πολύ σύντομος και ασχολείται με το θέμα μας: «Το ερώτημα τέθηκε ενώπιον (της συνόδου) και αφορά της πρόσφατη Σύνοδο των Γραικών, που συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ασχολήθηκε με την λατρεία των εικόνων, ότι όλοι πρέπει να κριθούν άξιοι αναθέματος, όσοι δεν αποδίδουν στις εικόνες τιμή και λατρεία ισάξια με αυτήν της Αγίας Τριάδος. Οι άγιοι Πατέρες μας απέρριψαν με περιφρόνηση και με κάθε τρόπο τέτοια τιμή και λατρεία και την καταδίκασαν ομόφωνα»160. Συμφωνούμε ότι οι Άγιοι Πατέρες μας (και όχι μόνο ο συντάκτης των Libri Carolini) καταδίκασαν ομόφωνα και με περιφρόνηση τέτοιου είδους τιμή και λατρεία. Συμφωνούμε ότι καμία Σύνοδος δεν συγκλήθηκε πρόσφατα στην Κωνσταντινούπολη από τους Γραικούς που να ασχολήθηκε με το θέμα των εικόνων. Η τελευταία ήταν το 754 μ.Χ. Η πρόσφατη (Ζ' Οικουμενική το 787) έγινε στην Νίκαια της Βιθυνίας. Συμφωνούμε ότι καμία Σύνοδος δεν αποφάσισε ποτέ (όπου και αν έγινε) ν' αποδίδεται στις εικόνες είτε λατρεία, είτε προσκύνηση, ισάξια με αυτήν που αποδίδεται στην Αγία Τριάδα. Συμφωνούμε με τον Henry Percival, ο οποίος μιλάει για σύγχυση στο μυαλό του συντάκτη του κανόνα. Σε έναν τέτοιο κανόνα που καταδικάζει μια σύνοδο που δεν έγινε και διατυπώνει την θέση της Ορθοδοξίας, όσο αφορά την λατρεία που δεν πρέπει ν' αποδίδεται στις εικόνες, οι λεγάτοι του Πάπα, Στέφανος και Θεοφύλακτος, δεν είχαν λόγο να μην υπογράψουν. Η υπογραφή τους, με την έγκριση του ποντίφικα, δεν συνιστά απόρριψη της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, εκ μέρους του Πατριαρχείου της Ρώμης, ούτε αποδοχή της φράγκικης θεολογίας για τις εικόνες, όπως θέλουν να το βλέπουν οι Ρωμαιοκαθολικοί. Εξάλλου η ανακρίβεια του κανόνα ενδέχεται να κρύβει υπαναχώρηση των Φράγκων έναντι της σταθερής ορθόδοξης διδασκαλίας της Ρώμης. Ο Κάρολος δεν είχε στεφθεί ακόμη αυτοκράτορας το 794 μ.Χ. και δεν ήθελε ή δεν τον συνέφερε να κοντράρεται με τον Ανδριανό. Δεν συνέβαινε το ίδιο το 809. Αν πάλι ο κανόνας αναφερόταν στην σύνοδο του 754 μ.Χ., αυτή είχε ήδη καταδικαστεί υπό της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Αυτή η ασάφεια στις διατυπώσεις, νομίζω ότι απαντά στο ερώτημα των δυτικών ιστορικών (Baronius, Bellarminius κ.α.), πώς είναι δυνατόν οι λεγάτοι του ίδιου Πάπα να υπογράφουν και στη Νίκαια και στη Φρανκφούρτη.  Οι υπόλοιποι 54 κανόνες αναφέρονταν σε θέματα μητροπολιτικής αρμοδιότητας, μοναχικές υποχρεώσεις κ.λ.π.

Είναι εμφανές ότι ο Κάρολος, διά της Συνόδου της Φραγκφούρτης, ήθελε περισσότερο να επιτύχει μια καταδίκη των Γραικών και της Ανατολικής Εκκλησίας και όχι να διατυπώσει κανόνα σχετικά με το θέμα της προσκύνησης των εικόνων. Το δεύτερο το είχε καταφέρει με τα Libri Carolini. Το γιατί το έχουμε εξηγήσει ήδη παραπάνω. Το ερώτημα είναι αν κατάφερε να επιβάλει την βασιλική του άποψη στην συνείδηση της Εκκλησίας. Είναι σίγουρο ότι οι Φράγκοι επίσκοποι για άλλη μια φορά ακολούθησαν άκριτα την πολιτική γραμμή του βασιλιά τους. Οι Χριστιανοί δεν ασπάστηκαν αυτές τις αντιλήψεις. Αυτό φαίνεται και από την σύγκληση του Συμβουλίου των Παρισίων το 825 μ.Χ. που χρειάστηκε να επανέλθει στο θέμα, απόντος αυτή την φορά του Πάπα ή των λεγάτων του (θα δούμε παρακάτω γιατί). Επίσης Φράγκοι λόγιοι του Θ΄αι. μ.Χ., όπως ο Dungal του Αγ. Διονυσίου (Παρίσι), ο Ιωνάς της Ορλεάνης και ο -πως μπορούσε να λείπει- Ικμαρος (Hincmar) της Ρεμ, προσπάθησαν να στηρίξουν με την δική τους επιχειρηματολογία την θεολογική τους άποψη.

Το 1596 μ.Χ. παρουσιάστηκε ένα σπάραγμα από αρχαίο χειρόγραφο που αφορούσε κάποια συνέλευση επισκόπων που πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι το 824 μ.Χ. Η αρχική διαφωνία για την αυθεντικότητα του κειμένου, περιορίστηκε στην χρονολογία και καθορίστηκε, ότι το 825 μ.Χ. ήταν η ορθότερη. Βασιλιάς της Φραγκίας την εποχή εκείνη ήταν ο Διάδοχος του Καρόλου, Λουδοβίκος ο Ευσεβής (778-840) και πάπας ο Ευγένιος ο Β' (824-827). Απ' όσα μπορούμε να εξάγουμε από Percival & Hefele, η παραπάνω συνέλευση δεν πρέπει να είχε την έγκριση του Πάπα. Αυτή αποφάσισε και επικύρωσε την σύνοδο της Φραγκφούρτης του 794 και όσα θεολογούσαν τα Libri Carolini. Τόλμησε ακόμη να διατάξει τον πάπα να διορθώσει τα λάθη των προκατόχων του. Αυτές οι αποφάσεις κάνουν τον Henry Percival ν' αναρωτιέται αν μπορεί μια συμμάζωξη επισκόπων να καταργήσει αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων, εγκεκριμένων από τον Πάπα και αν μπορεί περαιτέρω να του επιβάλλει να διορθώσει τα λάθη των προκατόχων του161. Στο ίδιο μήκος κύματος, αλλά με διαφορετική προοπτική, κινείται η ερώτηση του Αγίου Νεκταρίου Επισκόπου Πενταπόλεως, την οποία μεταφέρω αυτούσια: «Αι πράξεις αύται της συνόδου των Φράγκων, τη συναινέσει του Πάπα Ευγενίου συγκροτηθείσης και υπό των δυτικών επισκόπων και λεγάτων του Πάπα κυρωθείσης, έχουσι πολλήν σπουδαιότητα, διότι όλη σύνοδος μετά του Πάπα αποκηρύττει τας αποφάσεις και το αλάθητον του Πάπα Ευγενίου και ψέγει τον Πάπα Ανδριανόν διά τας επιστολάς αυτού˙ βεβαίως ουχί, ως εφρόνει, διά τας αληθείας τας εν αυτή. Ήδη ερωτώμεν τις των δύο Παπών ήτο αλάθητος; Και πως δύνανται αμφότεροι να ώσιν αλάθητοι, πως δε η σύνοδος επελάθετο αμνημονήσασα του αλαθήτου των Παπών, αλλά και πως αύθις η δυτική Εκκλησία και οι λοιποί Πάπαι την ήδη κατακριθείσαν υπό του Πάπα Ευγενίου διά της Φραγκικής Συνόδου Ζ' Οικουμενικήν Σύνοδον αναγνωρίζουσιν; Αποδοκιμάζουσιν άρα οι νυν παπισταί τον Πάπαν Ευγένιον, ως οι τότε τον Ανδριανόν. Εάν προς ταύτα οι δυτικοί είπωσιν, ότι ο Ευγένιος δεν μετέσχε των αποφάσεων των συνόδων, τότε ομολογούσιν, ότι συνεκροτούντο σύνοδοι, και δη εν τη Δύσει και υπό Φράγκων επισκόπων άνευ της αδείας και της συγκαταθέσεως των Παπών και απεφάσιζον τα ενάντια προς τα των Παπών φρονήματα, αλλ' αμφότερα εισι καταδικαστικά και καθ' έκαστον λίαν αναιρετικά των παπιστικών αξιώσεων, ουδέτερον δε υποστηρίζει τας των Παπιστών αξιώσεις»162. Ο Άγιος Νεκτάριος εδώ πραγματεύεται το θέμα του αλαθήτου των Παπών, όπως τίθεται σήμερα ως αίρεση της Δυτικής Εκκλησίας. Όσοι είναι συνηθισμένοι στην φράγκικη αντίληψη περί του αλαθήτου των παπών τους, και περί κοσμικής εξουσίας των ποντίφηκων, και αυτές τις αντιλήψεις τις προβάλουν στο παρελθόν πριν το 1009 και την κατάληψη της Αγίας Έδρας από τους Γερμανούς, δεν μπορούν να διανοηθούν τέτοιες ερωτήσεις. Τίθονται, όμως από τα ίδια τα γεγονότα. Δεν γνωρίζουμε ποιον ιστορικό ακολουθεί ο Άγιος Νεκτάριος, όταν μιλά για έγκριση της συνέλευσης των Παρισίων από τον Πάπα Ευγένιο Β' και των λεγάτων του. Όπως και να έχει ακολουθεί την περιορισμένη βιβλιογραφία του ΙΘ' αι. και γι' αυτό θέτει την ημερομηνία στο 826 μ.Χ. Τα λεγόμενα του Αγίου Ανδρός έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα και τα συμπεράσματά του (όπως το ότι συνεκροτούντο σύνοδοι χωρίς τη συγκατάθεση του πάπα), είναι σήμερα αποδεκτά. Προς το παρόν τα ερωτήματα για την παραπάνω συνέλευση θα τ' αφήσουμε ανοικτά και θα τα ξαναδούμε όταν θα μελετήσουμε συνολικά την εκκλησιαστική πολιτική του Λουδοβίκου του Ευσεβή.

Η πρώτη γραπτή μαρτυρία του Συμβόλου της Πίστεως με την προσθήκη του filioque βρίσκεται καταχωρημένη στα πρακτικά τοπικής συνόδου στην Φριουλία (Forum lulii,Fréjus) το 796 μ.Χ, όπως απαγγέλθηκε από τον Παυλίνο της Ακυηλίας163.

Στις αρχές του επόμενου αιώνα (Θ' αι.) ο μοναχός Ιωάννης, ηγούμενος της μονής του Αγίου Σάββα, κατά την διάρκεια της χριστουγεννιάτικης Θείας Λειτουργίας στον Ναό της Γεννήσεως στην Βηθλεέμ, άκουσε με έκπληξη τους Φράγκους μοναχούς ν' απαγγέλουν το Σύμβολο της Πίστεως με την προσθήκη του filioque. Οι Φράγκοι αυτοί μοναχοί, ήταν μέλη του Congrgatio montis Olivetti Hierosolymitani164. Το ορθόδοξο πλήρωμα ανησύχησε όταν άκουσε τον π. Ιωάννη ν' αποκαλεί τους εν λόγω μοναχούς αιρετικούς και θέλησε να τους εκβάλλει του Ναού165. Την επόμενη Κυριακή μετά τα Χριστούγεννα εκλήθησαν οι Φράγκοι μοναχοί στον Ναό της Αναστάσεως, να δώσουν εξηγήσεις για τα πιστεύω τους, ενώπιον κλήρου και λαού. Αυτοί δήλωσαν ότι πιστεύουν, όσα πρεσβεύει και η Ρωμαϊκή Εκκλησία και ότι θεωρούν το filioque, ως μια ασήμαντη διαφορά από τις πολλές μεταξύ της δυτικής και των ανατολικών Εκκλησιών. Μάλιστα, ισχυρίστηκαν (με αρκετή δόση θράσους) ότι, όποιος αποκαλεί αυτούς αιρετικούς, στην ουσία αποκαλεί αιρετική και την Ρωμαϊκή Εκκλησία. Η συνάθροιση δέχθηκε ως ορθόδοξη την πίστη της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, ζήτησε από τους Φράγκους να καταδικάσουν δημόσια κάθε αίρεση και να υπογράψουν δήλωση, την οποία ανέγνωσε ο Αρχιδιάκονος του Ναού της Αναστάσεως. Είναι προφανές, ότι ο Πατριάρχης Θωμάς αντιλήφθηκε την πονηριά των Φράγκων, να επιρρίψουν δηλ. την ευθύνη για την κακοδοξία τους στην Εκκλησία της Ρώμης και θέλησε να σταματήσει την προπαγάνδα τους. Απέστειλε ενημερωτική επιστολή για το γεγονός στον Πάπα Λέοντα τον Γ' με τον ηγούμενο Ιωάννη. Οι Φράγκοι από την πλευρά τους απευθύνθηκαν στον Πάπα αλλά και στον Κάρολο για εξηγήσεις πάνω στο θέμα του filioque. Ο Κάρολος τότε συγκάλεσε σύνοδο στο Ακυϊσγράνο (Aachen, Αix-la-Capelle) τον Νοέμβριο του 809 μ.Χ. Την έκκληση αυτή των μοναχών, ως αφορμή της εν Ακυϊσγράνω συνόδου, θέτουν τα  annals regni francorum (808) και το Χρονικό του Άντο, Αρχιεπισκόπου Βιέννης166. Η σύνοδος αυτή ανέδειξε το filioque σε απαραίτητο σωτηριολογικό δόγμα για τους Φράγκους. Η αλήθεια είναι ότι το 809 μ.Χ. ο Κάρολος αισθανόταν αρκετά ισχυρός, ώστε να επιβάλλει τις θεολογικές του απόψεις στην Φραγκία, υποσκελίζοντας την ορθόδοξη θέση του Πάπα και των Γραικών. Ποιο ήταν το θέμα! Η στέψη του Καρόλου από τον Πάπα το 800 δημιούργησε τις θεωρητικές προϋποθέσεις, βάσει των οποίων ο δεύτερος μπορούσε να αναδειχθεί σε κριτή του πρώτου. Για τον λόγο αυτό ο Κάρολος επανέλαβε την στέψη το 802 στο Aachen, μόνο που αυτή την φορά έλαβε το στέμμα από τα χέρια του επισκόπου της πόλης και το τοποθέτησε ο ίδιος στο κεφάλι του. Επίσης στην επιστολή των μοναχών του Όρους των Ελαιών ανταποκρίθηκε ο Λέοντας Γ' στέλνοντάς τους αντίγραφο του Συμβόλου χωρίς την προσθήκη του filioque167. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση του Καρόλου και την σύγκληση της συνόδου, ώστε ν' αντιμετωπίσει την ορθόδοξη θέση του ποντίφηκα. Η επιλογή του Aachen, ως τόπου συνάντησης, δεν είναι τυχαία, διότι στη συγκεκριμένη τοποθεσία λάμβανε χώρα το ετήσιο συνέδριο των Φράγκων πολέμαρχων-φεουδαρχών.

Εν συνεχεία έφεραν στη Ρώμη τις αποφάσεις της Συνόδου δύο missi, o Berharius, επίσκοπος Wörms (σημειωτέον την αδελφή αυτού νυμφεύθηκε ο Εϊνάρδος, βιογράφος του Καρόλου), και ο Αδαλάρδος, ηγούμενος στο Κορμπαί και ξάδελφος του Καρόλου (βλέπουμε ότι στην Φραγκία πρόσωπα αριστοκρατικής καταγωγής καταλαμβάνουν υψηλά εκκλησιαστικά αξιώματα). Επί δύο μέρες οι απεσταλμένοι του βασιλιά διαλέγονταν με τον Λέοντα. Ο ποντίφικας δεν υποχώρησε θεολογικά, αλλά υπέκυψε στις απειλές του Καρόλου. Η αναφορά του H. Davis στην συνάντηση έχει ως εξής: «Αποδεικνύεται από το πρωτόκολλο της συνάντησης με τους missi, ότι θεωρούσε (ο Λέοντας) τον εαυτό του, ως τον τελικό αρμόδιο, κι επίσης αποδεικνύεται, ότι υπαναχώρησε (το ρήμα shrink που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας σημαίνει και ζαρώνω από φόβο) από μια αντιδικία δύναμης με τον πάτρωνά του»168. Έτσι στην Φραγκία το Σύμβολο της Πίστης καθιερώθηκε ν' απαγγέλλεται με την προσθήκη, ενώ μέχρι τότε αυτό γινόταν μόνο στο παρεκκλήσι του παλατιού, όπου πιθανολογείτε να το είχαν ακούσει οι Φράγκοι μοναχοί των Ιεροσολύμων. Στην επικράτεια του Πατριαρχείου της Ρώμης θα συνεχιζόταν η χρήση του Ορθόδοξου Συμβόλου χωρίς την προσθήκη.  Μπορούμε ν' αντιληφθούμε τον ζήλο του Ορθόδοξου πάπα, από το ότι διέταξε αμέσως να χαραχθεί το Πιστεύω χωρίς την προσθήκη, σε δυο ασημένιες πλάκες, στα ελληνικά και στα λατινικά και αυτές ν' αναρτηθούν στον Ναό του Αγίου Αποστόλου Πέτρου στην Ρώμη. Σ' αυτές υπήρχε η επιγραφή «Haec Leo posui amore et cautela orthodoxae fidei» δηλ. «Ταύτα Λέων έθηκα δι' αγάπην και φύλαξιν της ορθοδόξου πίστεως»169. Και όχι μόνο αυτό αλλά επικράτησε να απαγγέλλεται το Σύμβολο της Πίστεως στην ελληνική γλώσσα, χωρίς την αιρετική προσθήκη, αντί της λατινικής. Η πρακτική αυτή συνεχίστηκε μέχρι και την πατριαρχεία του πάπα Βενέδικτου του Γ' (855 - 858). Αυτά μας τα πληροφορεί ο Μέγας Φώτιος: «... διά δη τούτο ο θεόσοφος εκείνος ανήρ εις ενθύμιον κατέστη (...), το δε ενθύμιον, Ελλάδι γλώσση πρόσταγμα δούναι το της πίστεως ιερόν μάθημα και τους Ρωμαίους λέγειν»169α. Δεν θέλει να κατονομάσει τον ποντίφικα που το κατήργησε, αλλά αν τελευταία απαγγέλλονταν στα Ελληνικά επί Βενεδίκτου, τότε αυτός που το κατήργησε, και υπονοείται από τα συμφραζόμενα ως φραγκόφιλος, πρέπει να ήταν ο Νικόλαος Α' (858-867). Επειδή ήταν σύγχρονος του Φωτίου και δεδομένων των σχέσεων Παλαιάς και Νέας Ρώμης, καταλαβαίνουμε γιατί δεν τον κατονομάζει.

Καταλήγοντας θέλουμε να τονίσουμε ότι οι Επίσκοποι Ρώμης της εποχής είναι Ορθόδοξοι, παρά τις προσπάθειες να πεισθούμε για το αντίθετο. Συμμαρτυρεί σε αυτό και ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ακριβής τηρητής της ορθοδόξου πίστεως και ζωής. Διαβάζουμε την προσφώνηση της επιστολής του προς τον Πάπα Λέοντα τον Γ' : « Τω αγιωτάτω και κορυφαιοτάτω πατρί πατέρων Λέοντι, τω δεσπότη μου αποστολικώ Πάπα...»170. Άγιο και κορυφαίο σε υπερθετικό βαθμό τον αποκαλεί αυτός που δεν υποχώρησε μπροστά σε αυτοκράτορες. Και αν κάποιος επιμείνει ότι πρόκειται για επιστολιμιαία τυπολογία θα συνεχίσει αμέσως παρακάτω ο άγιος άνδρας: « Επειδήπερ Πέτρω τω μεγάλω δέδωκε Χριστός ο Θεός μετά τας κλεις της βασιλείας των ουρανών, και το της ποιμνιαρχίας αξίωμα, προς Πέτρον, ήτοι τον αυτού διάδοχον, ο,τιούν καινοτομούμενον εν τη καθολική Εκκλησία παρά των αποσφαλλομένων της αληθείας, αναγκαίον αναφέρεσθαι»171. Δεν τον θεωρεί απλώς Ορθόδοξο τον Λέοντα τον Γ', αλλά και αλάνθαστο κριτή κάθε καινοφανούς διδασκαλίας, όπως ήταν την εποχή το θέμα της εικονομαχίας και το filioque. Παρακάτω του αναφέρει και το θέμα της δικής του επιστολής, δηλαδή τον παράνομο γάμο του αυτοκράτορα. Στην επόμενη επιστολή του με τον ίδιο αποδέκτη, τον ευχαριστεί θερμά για την απάντηση που έλαβε ως παρηγοριά στις διώξεις του με τα εξής λόγια : «Αλλ' αυτή μεν Χριστομιμήτως και προσηγόρευκε τους ευτελείς και ανεζωπήρωσεν ημών το πνεύμα, επέρρωσέ τε το ασθενές και εστιβάρωσε το αδρανές, οιωνεί επαλείψασα τοις υπέρ υμάς παρακλητικοίς και νουθετικοίς φθέγμασι, στήκειν τε εν τη ορθοδόξω πίστει ακλινώς μέχρι τέλους παρεγγυώσα»172. Άλλη μια επιβεβαίωση της ορθής διδασκαλίας του Λέοντα, ο οποίος παρηγόρησε τον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη με λόγια ικανά να τον στηρίξουν ώστε να εμμένει στις ορθόδοξες θέσεις του εν μέσω πειρασμών, θλίψεων και διώξεων. Ο ίδιος άγιος ανήρ, όταν απευθύνεται στον Πασχάλιο Α' (817-824) (βιβλ. Β' επ.ΙΒ') δεν φείδεται βιβλικών χωρίων, όχι για να το αλάθητο ή το πρωτείο, αλλά την Ορθοδοξία του: «Άκουε, αποστολική κάρα, θεοπρόβλητε ποιμήν των Χριστού προβάτων, κλειδούχε της ουρανών βασιλείας, πέτρα της πίστεως, εφ' ή ωκοδόμηται η καθολική Εκκλησία. Πέτρος γαρ συ, τον Πέτρου θρόνον κοσμών και διέπων». Θέμα της επιστολής ήταν η αναζωπύρωση της εικονομαχίας και οι νέες διώξεις των Ορθοδόξων. Και στην επόμενη (ΙΓ'): «Επεσκέψατο υμάς Ανατολή εξ ύψους, Χριστός ο Θεός ημών˙ την σην εν τη Δύσει μακαριότητα της υπ' ουρανών Εκκλησίας, επί τον αποστολικόν πρώτιστον θρόνον θέμενος. Και γαρ ήσθημεν φωτός νοερού οι εν σκότει και σκιά θανάτου ενισχημένοι της πονηράς αιρέσεως και το νέφος της αθυμίας απεθέμεθα, και προς χρηστάς ελπίδας ανενεύσαμεν μεμαθηκότες δι' ων απεστείλαμεν αδελφών ημών και συνδούλων, οια και ηλίκα πέπραχέ τε και λέλεχεν η αγία ημών κορυφαιότης˙ τους μεν αιρετικούς αποκρισαρίους ως λωποδύτας, μηδέ εις ιεράν αυτής θέαν προσηκαμένη, πόρρω δε όντας ενδίκως αποπεμψαμένη...»173. Και ενώ η εικονομαχία μαίνεται, πηγάζουσα από τους αυτοκρατορικούς θρόνους Ανατολής και Δύσεως, ο καθήμενος επί του επισκοπικού θρόνου της Ρώμης στέκει: «ως αληθώς η αθόλωτος και ακαπήλευτος πηγή εξ αρχής της ορθοδοξίας». Αυτά στις αρχές του Θ' αι.

Πριν κλείσουμε τα θέματα που αφορούν τον Κάρολο θα θέλαμε να σχολιάσουμε σύντομα την λεγόμενη «καρολίγγεια αναγέννηση». Ως τέτοια χαρακτηρίζεται η τόνωση της δημιουργικής παραγωγής, που οφείλεται στην θετική στάση της βασιλικής αυλής174 και στην συγκεκριμένη περίπτωση ξεκίνησε από τον Κάρολο. Ως κύρια χαρακτηριστικά της είχε την επιμόρφωση του κλήρου, σε συνδυασμό με το προηγούμενο την δημιουργία σχολείων στις επισκοπές και τα μοναστήρια, τις θεολογικές σπουδές, την αποκατάσταση της άσκησης των ελευθέριων τεχνών, τις οποίες ο Martianus Capella (Καρχηδόνα, 5ος αι.) απαριθμεί στο έργο του Satyrikon (De Nuptiis philologiae et Mercunii et de septem Artibus liberalibus libri novem): γραμματική, ρητορική, λογική, γεωμετρία, αριθμητική, μουσική, αστρονομία. Αν τα παραπάνω τα επεξηγήσουμε, τότε θα δούμε την λεγόμενη «αναγέννηση» από μια διαφορετική σκοπιά. Την ποιότητα του φράγκικου κλήρου, κατώτερου και ανώτερου, την αντιληφθήκαμε παραπάνω, μέσα από τις επιστολές του Αγ. Βονιφατίου. Στις επισκοπές και τις ενορίες που οι αγράμματοι Φράγκοι αντικατέστησαν Ρωμαίους λειτουργούς, δημιουργήθηκε αυτόχρημα, ένα πνευματικό έλλειμμα, εμφανές, ίσως και σκόπιμο, αρχικά. Ο οξυδερκής Κάρολος γρήγορα κατάλαβε, ότι τέτοιου είδους ποιμένες δεν μπορούσαν να ποιμάνουν, πολύ περισσότερο να χειραγωγήσουν το ρωμαϊκό ποίμνιό τους, ούτε να εκχριστιανίσουν παγανιστικά φύλα, με ήθη και έθιμα παρόμοια με τα δικά τους. Δανειζόμαστε την φράση του David Nicolas: «Μόνο δια μέσου του κλήρου υπήρχε ελπίδα να εκπληρωθεί το όνειρό του για μια εκχριστιανισμένη Ευρώπη»175. Συνεπώς η δημιουργία σχολών εντός των επισκοπών και των μονών ήταν ενδεδειγμένη, διότι απευθύνονταν σε εκκλησιαστικούς άνδρες και διευθύνονταν από άτομα (επισκόπους, ηγουμένους) της αμέσου βασιλικής επιρροής, του αυλικού περιβάλλοντος. Η γνώση δεν ήταν στην διάθεση του λαού. Δεν έχουμε στοιχεία για το αν λειτούργησαν σχολές σε κάθε επισκοπή και μοναστήρι ή σε μερικά από αυτά. Η κορωνίδα ήταν η σχολή στην βασιλική αυλή, της οποίας προΐστατο ο Αλκουΐνος. Όσον αφορά τις θεολογικές σπουδές, αυτές είχαν στόχο την στήριξη και την προώθηση της φράγκικης θεολογίας, δηλ. της δυτικής εικονομαχίας & του fillioque αρχικά, και στην συνέχεια η παραγωγή όλων των κακοδοξιών που υποστηρίζει μέχρι σήμερα η δυτική εκκλησία. Πρώτο παράγωγο ήταν τα Libri Carolini, ο δε επόμενος αιώνας (9ος ) έδωσε πιο συστηματοποιημένα και καινοτόμα θεολογικά έργα. Ενώ, λοιπόν, οι Πατέρες της Εκκλησίας είχαν ολοκληρώσει την διατύπωση των δογμάτων μέχρι και τον Η' αι. οι Φράγκοι ξεκινούσαν τότε την δική τους καθυστερημένη και αιρετική θεολογία. Στο θέμα των ελευθέριων τεχνών, αυτές είχαν απαγορευθεί ήδη από τα τέλη του Στ' αι. από τους Μεροβίγγειους. Επανήλθαν λόγω της προσπάθειας του Καρόλου ν' ανεβάσει το μορφωτικό επίπεδο της ιντελιγκέντσιας της αυλής και να την συνδέσει με την ύστερη αρχαιότητα.

Η συγκέντρωση στην αυλή του Καρόλου πλήθους ακαδημαϊκών είχε ως αποτέλεσμα τον άμεσο έλεγχο της πνευματικής κίνησης σε όλες τις μορφές της. Ως εκ τούτου, συμφωνούμε ότι επρόκειτο για μια «καρολίγγεια» πνευματική κίνηση. Στο σημείο αυτό θα εκφράσουμε την διαφωνία μας. Δεν υπήρξε «αναγέννηση». Θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης, πως προέκυψε ο όρος. Από δύο στοιχεία. Πρώτον από την υιοθέτηση της λατινικής (στην εκβαρβαρισμένη μορφή της) γλώσσας, ως επίσημης γλώσσας, αφενός του κράτους και αφετέρου της γραπτής κουλτούρας. Η λατινική δεν ήταν η μητρική γλώσσα των Γερμανών, ούτε και την μιλούσαν στην καθημερινότητά τους. Επιβλήθηκε επί Καρόλου κυρίως ως εκκλησιαστική γλώσσα. Δεύτερον η επιδίωξη των Φράγκων να εμφανίζονται ως συνεχιστές του δυτικού τμήματος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και των ακαδημαϊκών τους ως συνεχιστών του έργου των μεγάλων Ρωμαίων κλασσικών. Έτσι, χρησιμοποιήθηκαν ψευδώνυμα όπως Φλάκκος (Οράτιος) από τον Αλκουΐνο176, Στράβων από τον Βαλαφρέδο (808-849, παιδαγωγός του Καρόλου του Φαλακρού και αργότερα ηγούμενος της μονής στο Reichemau). Όμως, πέρα από τους ευσεβείς πόθους και τη χρησιμοποίηση ρωμαϊκών ψευδωνύμων, τίποτα στα έργα της εποχής δεν θυμίζει τους μεγάλους κλασσικούς και κανένα από αυτά δεν θυμίζει, ούτε μπορεί να συγκριθεί με τα έργα αυτών. Τα αποτελέσματα είναι κωμικοτραγικά. Δανειζόμαστε από τον Le Goff: «Ο Pierre Riché αποκάλυψε ότι η καρολίγγεια αναγέννηση είναι η κατάληξη μιας σειράς από μικρές αναγεννήσεις οι οποίες, μετά το 680, εκδηλώθηκαν στο Κορμπί, στον Αγίο Μαρτίνο της Τουρ, στο Σαιν Γκαλ, στη Φουλδα, στο Μπόμπιο, στην Υόρκη, στην Παβία και στη Ρώμη. Μας βοηθά να επαναφέρουμε την αναγέννηση που υπερεπαινέθηκε, στις πραγματικές της διαστάσεις.... Η βασιλική ακαδημία δεν ξεπερνά τις κοινωνικές συναναστροφές της επαρχιακής λέσχης γύρω από τον πρίγκιπα τον οποίο αρέσκονται να αποκαλούν άλλοτε Δαβίδ και άλλοτε Όμηρο»177. Και συμπληρώνει ο D. Nicolas: «Πράγματι, άφθονη δημιουργική ενέργεια αναλωνόταν σε δουλοπρεπείς κολακείες.... Συγγραφείς που το υπόλοιπο έργο τους ήταν πιο εκλεπτυσμένο, όπως ο Παύλος Διάκονος και ο Αλκουΐνος, ξεπερνούν το όριο της γελοιότητας με τις χαμερπείς κολακείες τους προς τον Καρλομάγνο»178. Αποκορύφωμα της δουλοπρεπούς αυτής κατάστασης είναι το ποίημα του Χουκμπαλντ του Σαιν Αμάν Φαλάκρας Εγκώμιον με αποδέκτη τον Κάρολο τον Φαλακρό. Δεν σκοπεύουμε βέβαια, να επεκταθούμε σε συστηματική σύγκριση Ρωμαϊκής και Φράγκικης κουλτούρας. Απλώς θα συμπληρώσουμε ότι ο Ρωμαϊκός γραπτός λόγος γεννήθηκε στα πλαίσια της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας και υπήρξε γνήσιος απόγονος του αρχαίου ελληνικού πνεύματος. Στους αυτοκρατορικούς χρόνους ήταν πια ώριμος να παίξει το υπεύθυνο ρόλο του και να κριθεί και να καταγραφεί στην ιστορία. Αντίθετα η φράγκικη γραμματεία γεννήθηκε και ανατράφηκε μέσα στο περιβάλλον της αυλής και αναγκαστικά αυτήν υπηρέτησε. Δεν υποτιμούμε και δεν απαξιώνουμε, ούτε λοιδορούμε την προσπάθεια μιας κοινωνίας, μιας φυλής, ενός έθνους, να αναπτυχθεί πολιτιστικά, κι ας χρησιμοποιεί δάνεια από το μεγάλο ταμείο του ελληνορωμαϊκού πνεύματος. Το ίδιο έπραξαν όλοι οι βάρβαροι που ήρθαν σε επαφή με αυτόν τον πολιτισμό. Δεν επιτρέπουμε, όμως, τον σφετερισμό του πολιτισμού μας από κανέναν, πολύ δε περισσότερο από πνευματικά μειράκια, που χρειάστηκαν αιώνες για ν' απογαλακτισθούν. Την εποχή αυτή είναι ορθότερο να μιλάμε για την γένεση της φράγκικης γραμματείας και όχι για «αναγέννηση», εφόσον η ελληνορωμαϊκή γραμματεία δεν έσβησε, αλλά συνεχίστηκε στην Ανατολή. Η Δύση καμιά κληρονομική σχέση δεν είχε με αυτή, όσο και αν το επιθυμούσε.

 
ΕΠΙΛΟΓΟΣ Α' ΕΝΟΤΗΤΑΣ

Στο σημείο αυτό τελειώσαμε την πρώτη ενότητα της εργασίας μας για την φράγκικη Δύση, φθάνοντας μέχρι το τέλος της βασιλείας του Καρόλου. Σταθήκαμε σε σημαντικά και συνάμα διφορούμενα ιστορικά σημεία, χωρίς να επιδιώκουμε να καλύψουμε το σύνολο των γεγονότων. Κυρίως μας ενδιαφέρουν αυτά που σχετίζονται με την δική μας ιστορία. Ως οδηγό και βοήθημα είχαμε το έργο του π. Ιωάννη Ρωμανίδη. Πρώτος αυτός κατάφερε να δείξει την αλλοίωση της ιστορικής αλήθειας από την φράγκικη προπαγάνδα, που ξεκίνησε, όπως είδαμε αιώνες πριν, και ν' αποκαταστήσει τη ρωμαίϊκη διάστασή της. Παρ' όλα αυτά δεν περιλάβαμε σημειώσεις από το έργο του θέλοντας να επαληθεύσουμε τα όσα αυτός έγραψε, μέσα από τις πηγές και τις αντιφάσεις της δυτικής ιστοριογραφίας. Γι' αυτό και χρησιμοποιήσαμε σχεδόν αποκλειστικά δυτικούς ακαδημαϊκούς, γνωστά ονόματα στο χώρο τους, υποστηρικτές των θέσεων της Δύσης. Μέσα από τα έργα τους και μέσα από τις πηγές, πιστεύουμε ότι καταφέραμε να εκμαιεύσουμε την αλήθεια. Στις ημέρες μας υπάρχουν αρκετοί ιστορικοί στην Δύση, που προσπαθούν επίσης να κατανοήσουν την μεσαιωνική ιστορία και να την ξαναγράψουν, αποκαθαρμένη αυτή την φορά, από την θεώρηση που επέβαλε η τευτονική παπική, η λεγόμενη «ρωμαιοκαθολική», διδασκαλία. Αυτοί είναι οι λεγόμενοι «αναθεωρητές». Αν και το έργο τους προχωρά με άτολμα βήματα, θέλουμε να πιστεύουμε και να ελπίζουμε, πως θα πετύχουν το στόχο τους, χάριν της αλήθειας. Συν Θεώ ελπίζουμε κι εμείς να συμπληρώσουμε την παρούσα εργασία με μια δεύτερη ενότητα που θα φθάνει μέχρι το σχίσμα του 1054 μ.Χ.

  [Αρχή] [Μέρος Α']   [Μέρος Β']   [Μέρος Γ']  [Μέρος Δ']  [Μέρος Ε']  [Μέρος ΣΤ']  

151) Hefele, Charles Joseph, History of the Councils, vol.5, σελ. 335. Η έκδοση σπαραγμάτων των πρακτικών της Συνόδου, που βρίσκονται στον Κώδικα της Βερόνα από τον Cajetan Cenni στο Concilium Latcranense Stephani ill. (iv.) cinn. DCCLXIX. mmc primum in lucem editum ex antiquissimo codice Veronensi MS. Rom. 1735, περιλαμβάνονται στο έργο του Mansi.

152) , Charles Joseph, History of the Councils, vol.5, σελ. 398.

153) H πιο πρόσφατη έκδοσή τους είναι αυτή της Ann Freeman και του Paul Meyvaert, στο ΜGH σειρά Concilia 2 supplementum 1, Αννόβερο 1998.

154) Einhard. Vita Caroli Magni, 33. Σε αγγλική μετάφραση από τον Arthur James Grant, στο Early Lives of Charlemagne, London 1922

155) Henry Percival, The Seven Ecumenical Synods, σειρά Nicene and post-Nicene Fathers, second series, vol XIV, New York 1900, (επιμέλεια των Philip Scaff & Henry Wace), σελ.578.

156) Στην εισαγωγή του παραπάνω έργου & Theodulf of Orleans and the Libri Carolini, Speculum 32 (1957), pp.663-705. Το ίδιο υποστηρίζει και ο John Contreni στην βιβλιοκριτική του έργου στο Speculum vol.76 No.2, p.453, καθώς και ο Richard Dales στο The Intellectual Life of Western Europe in the Middle Ages, New York 1992, p.87
157) Hefele, Charles Joseph, History of the Councils, vol.5, σελ.394.

158) Henry Percival, The Seven Ecumenical Synods..., σελ.581.

159) Henry Percival, The Seven Ecumenical Synods..., σελ.582.

159-1) H Davis, Charlemagne-The Hero of Two Nations, Bryant Press 2008, p.162.

160) "Allata est in medio question de nova Grecorum synodo, quam de adorandis imaginibus Constantinopolim fecerunt, in qua scriptum habebatur, ut qui imagines sanctorum ita ut deificam trinitatem servicio aut adorationem non inpederent, anathema iudicaveruntQ qui supra sanctissimi patres nostril omnimodis adorationem et servitutem rennuentes contempserunt atque consentientes condempnaverunt", MGH, Concilia 2,1 σελ.165, Αννοβερο 1996 & Henry Percival, The Seven Ecumenical Synods..., σελ.583.

161) Henry Percival, The Seven Ecumenical Synods..., σελ.586.

162) Αγίου Νεκταρίου, Μελέτη Ιστορική περί των Αιτιών του Σχίσματος, εκδ. Παναγόπουλος, Αθήνα 19982, τ.Α' σελ.206-207. Διατηρείται η ορθογραφία του κειμένου.

163) MGH, σειρά Concilia, 2,1 concilia aevi carolini (742-842), τ.Α' σελ. 187.

164) MGH, σειρά Concilia 2, suppl. 2, Das Konzil von Aachen, σελ.21.

165) Το περιστατικό στον Παπαδόπουλος, Χρυσόστομος, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, Ιστορία της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, Αθήνα 19702, σελ. 344, με παραπομπές σε παλαιότερη ευρωπαϊκή βιβλιογραφία (Le Quien, Hergenröther, Hefele, Labbé). Την νεώτερη βιβλιογραφία καλύπτει η παραπάνω σημείωση.

166) Adonis Viennensis, Cronicon (sine Breviarum chronicorum de sex mundi aetatibus, εν Migne PL CXXIII, στήλες 132D-133A.

167) Wells, Charles, The Age..., σελ.270.

168) H Davis, Charlemagne..., σελ.215 και εκεί παραπομπή σε Baronius, Annales για το πρωτόκολλο της συνάντησης.

169) H Davis, Charlemagne..., σελ.215 & Wells, Charles, The Age..., σελ.270-1.
 

169α) «Γι' αυτό και ο θεόσοφος εκείνος άνθρωπος σκέφθηκε (...) και η σκέψη του ήταν, να δώσει διαταγή το ιερό σύμβολο να το εκφωνούν και οι Ρωμαίοι στην ελληνική γλώσσα.», Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Άπαντα, μετάφραση Ιγνάτιος Σακαλής (διατηρείται η ορθογραφία), στη σειρά Ε.Π.Ε., Εκδ. Ε. Μερετάκη, Θες/νίκη 2001, τ.Δ' σελ. 425.

170) Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, Λέοντι, πάπα Ρώμης, επιστ.ΛΓ', στην σειρά Φιλοκαλία, πατερικαι εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1999, τομ. 18β σελ. 158.

171) «Επειδή στον μεγάλο Πέτρο ο Χριστός και Θεός μας μετά τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών έδωσε και το αξίωμα του αρχηγού της ποίμνης, στον Πέτρο, δηλαδή στον διάδοχό του, είναι απαραίτητο να αναφέρεται κάθε τι καινούργιο που προξενεί μεταβολές στην καθολική Εκκλησία από εκείνους που λοξοδρομούν από την αλήθεια» μετ.  Παν. Παπαευαγγέλου, όπως στην προηγούμενη σημείωση.

172) «Καια αυτή (χαιρετιστήρια προσφώνηση του Λέοντα) βέβαια μιμούμενη τον Χριστό και χαιρέτησε εμάς τους ευτελείς, και αναζωπύρωσε το πνεύμα μας, και δυνάμωσε την αδυναμία μας, και ενίσχυσε την αδράνειά μας, σαν να μας επάλειψε με τα παρακλητικά και συμβουλευτικά της λόγια, προτρέποντάς μας να μένουμε στην ορθόδοξη πίστη μέχρι τέλους αμετακίνητοι», μετ.  Παν. Παπαευαγγέλου, όπως στην προηγούμενη σημείωση σελ. 165.

173) «Μας επισκέφθηκε ο ήλιος από τον ουρανό, ο Χριστός ο Θεός μας, τοποθετώντας την μακαριότητά σου στη Δύση, στον ανώτατο αποστολικό θρόνο, σαν θεοφεγγή λυχνία, για να φωτίζει με τη λάμψη της την κάτω από τον ουρανό Εκκλησία. Και πράγματι αισθανθήκαμε φως νοερό, εμείς που ήμασταν εξουσιασμένοι από το σκοτάδι και τη σκιά θανάτου της πονηρής αιρέσεως, αποβάλαμε το νέφος της λιποψυχίας, και σηκώσαμε το βλέμμα μας προς αίσιες ελπίδες, μαθαίνοντας από τους αδελφούς και συνδούλους μας που είχαμε στείλει, τι και πόσο μεγάλα έπραξε και είπε η αγία σας κορυφή, η οποί τους αιρετικούς αγγελιοφόρους δεν τους επέτρεψε ούτε το ιερό πρόσωπό της να δουν, αλλά σαν λωποδύτες δίκαια τους απέπεμψε ενώ ακόμα βρισκόταν μακριά...» μετ.  Παν. Παπαευαγγέλου, όπως στην προηγούμενη σημείωση σελ. 341.

174-5) Nicolas, David, Η Εξέλιξη..., σελ.198.176) Στον Whitelock, D., English Historical Documents, Oxford University Press 1955, vol.1 p.786, επιστολή του Αλκουΐνου στον Κάρολο, στην οποία υπογράφει ως Φλάκκος.

177) Jaques Le Goff, Ο Πολιτισμός..., σελ.181.

178) Nicolas, David, Η Εξέλιξη..., σελ.202.

© 2009 impantokratoros.gr
Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή του υλικού του ιστοχώρου αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μή εμπορικούς σκοπούς,
 με βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή:  www.impantokratoros.gr










Print-icon 

Login-iconLogin