ΠΙΣΩ ΣΤΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 

 Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΡΩΜΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

 Μέρος Ζ'  - Επίλογος 

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΙΘ' ΚΑΙ ΑΡΧΕΣ Κ' ΑΙ.

Υπήρξαν και άλλοι σπουδαίοι νομικοί, που αν και σπούδασαν στην Γερμανία, δεν ακολουθούσαν αυτήν την άποψη, αλλά ισχυρίζονταν, ότι το σύνολο των πηγών του βυζαντινού (μετα-ιουστινιάνειου) δικαίου ήταν ισχύον δίκαιο. Ο Βασίλειος Οικονομίδης, από τους έγκριτους νομομαθείς της εποχής του, έγραφε στα Στοιχεία Αστικού Δικαίουότι δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ισχύ αυτοκρατορικού νόμου να έχει περιληφθεί στην συλλογή του Αρμενόπουλου. Ο Νικόλαος Δημαράς έθετε για το ίδιο θέμα ως προϋπόθεση, να ήταν σε γνώση (ο νόμος) του Αρμενόπουλου, κι ας μην τον είχε συμπεριλάβει. Ο Κωνσταντίνος Ρακτιβάν επικαλούνταν την χειρόγραφη παράδοση των Βασιλικών, χωρίς προϋποθέσεις53.

Την πλάστιγγα έγειραν υπέρ του ιουστινιάνειου δικαίου οι πολλές μεταφράσεις γερμανικών εγχειριδίων στα ελληνικά. Το έργο του Bernhard Windscheid, Lehrbuchdes Pndektenrechts, το οποίο υπήρξε πηγή για τον γερμανικό Αστικό Κώδικα (Bürgerliches Gesetzbuch, με έναρξη ισχύος την 1η Ιανουαρίου του 1900), μεταφράστηκε τρεις φορές. Ο τελευταίος μεταφραστής Κωνσταντίνος Πολυγένης, μαθητής του Bernhard Windscheid, εργάστηκε με επιμονή για την καθιέρωση των απόψεων του καθηγητή του στην ελληνική επιστήμη. Το έργο του Heinrich Dernburg,System des Römischen Rechts, μετέφρασε ο Γ. Δυοβουνιώτης στις αρχές του 20ουαι. Λίγο αργότερα (1915) μεταφράστηκε και το έργο του Ferdinand Regelsberger,Allgemeine Lehre des Pandektenrechts, από τους Γεώργιο Μαριδάκη και Χρήστο Πράτσικα. Τα εγχειρίδια αυτά, αν και δεν αποτελούσαν πηγές δικαίου, κατάφεραν να γίνουν τέτοιες, λόγω της έλλειψης αντίστοιχων πηγών βυζαντινού δικαίου. Στην χώρα μας, εκτός από την εκδοτική προσπάθεια των Γ. Ράλλη- Μ. Ρενιέρη, που αναφέραμε παραπάνω, ελάχιστες αντίστοιχες εκδόσεις πηγών βυζαντινού δικαίου έγιναν. Για την ακρίβεια, τα μόνα έργα που εκδόθηκαν προς αυτήν την κατεύθυνση ήταν το εξάτομο έργο των Γ. Ράλλη- Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των Ιερών και Θείων Κανόνων, Αθήναι 1852-1859, και τα Ινστιτούτα, Θεόφιλου Αντικήνσωρος, πάλι από τον Γ. Ράλλη, Αθήναι 1836.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, το τελικό σχέδιο του Αστικού Κώδικα, που παρουσιάστηκε το 1930, εκατό περίπου χρόνια μετά την πρώτη αναγγελία του, ήταν σαφώς επηρεασμένο από το αντίστοιχο γερμανικό (Bürgerliches Gesetzbuch). Ακόμη και η προσπάθεια αναθεώρησης του γερμανικού Αστικού Κώδικα και αντικατάστασής του με το Volksgesetzbuch (διακόπηκε το 1944), βρήκε μιμητές στην Ελλάδα54. Ο Γ. Σιμωνέτος έγραψε το 1939 από την Βόννη:

«Εις την κριτικήν εκτίμησιν του ημετέρου Σχεδίου αξιόλογον αρωγήν παρέχει η εν Γερμανία καταβαλλομένη σήμερον σοβαρώτατη προσπάθεια προς ανακάθαρσιν του δικαίου του Γερμανικού Αστικού Κώδικος, όστις κατά γενικήν ομολογίαν είναι υπέρβεβαρημένος με περιττάς εννοίας και αφηρημένας κατασκευάς. Η μεταρρυθμιστική αυτή εργασία, βάσιν έχουσα κατ' ουσίαν την ήδη υπό της ελληνικής φιλοσοφίας εξαρθείσαν αρχήν «ου το ίδιον αλλά το κοινόν ανάγκη μέλειν», οσονδήποτε και αν παρουσιάζεται ως απαύγασμα της εν Γερμανία συγχρόνου κοινωνικής και πολιτικής οργανώσεως, θα έχη ασφαλώς αντίκτυπον και εις τας νομοθετικάς προσπάθειας άλλων κρατών54

Να θυμίσουμε ότι η «σύγχρονη κοινωνική και πολιτική οργάνωση» της Γερμανίας τότε ήταν ο εθνικοσοσιαλισμός του Χίτλερ, οι αρχές του οποίου θα περιέχονταν στο Volksgesetzbuch. Στο θέμα του Ενοχικού Δικαίου, που συζητά στο βιβλίο του ο Γ. Σιμωνέτος, ν' αναφέρουμε, πως την ύλη του δικαίου αυτού που εμπεριείχε το προσχέδιο του Α. Κ. είχε μεταφέρει ο Κ. Τριανταφυλλόπουλος από τον γερμανικό Α. Κ. με κάποιες τροποποιήσεις.

Η προσπάθεια μεταρρύθμισης του γερμανικού Α. Κ. βρήκε μιμητές στην Ελλάδα, όπως είπαμε. Το 1938 ο Ιωάννης Μεταξάς ανέθεσε στον Γεώργιο Μπαλή την τελική επεξεργασία του Σχεδίου που είχε εκπονηθεί το 1930. Άμεσος συνεργάτης ήταν και ο τότε Υπουργός Δικαιοσύνης Άγις Ταμπακόπουλος. Το τελικό κείμενο ήταν έτοιμο τον Μάρτιο του 1941, αλλά οι κατοχικές κυβερνήσεις ανέβαλαν την εφαρμογή του. Μετά την λήξη του Β' Π.Π. η κυβέρνηση του Πέτρου Βούλγαρη θέλησε ν' αναθεωρήσει τον Κώδικα, επειδή υποψιάζονταν ότι η εκπόνησή του έκρυβε ιδεολογικά στοιχεία του μεταξικού καθεστώτος. Η αντίδραση, όμως του νομικού κόσμου της χώρας δεν επέτρεψε την αναθεώρηση αυτή. Η κυβέρνηση Τσαλδάρη ψήφισε τελικά την επαναφορά του αρχικού Αστικού Κώδικα, ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή το 1949.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο πόθος των αγωνιστών του Εικοσιένα, τα οράματα των Εθνοσυνελεύσεων, έμειναν ανολοκλήρωτα. Η προσπάθεια των Νέου Ελληνισμού να συνδεθεί με τον μεσαιωνικό πρόγονό του, δεν πέτυχε. Η επιθυμία της Ρωμηοσύνης να συνεχίσει την εθνική της πορεία, την οποία ανέκοψε η πολύχρονη σκλαβιά, χωρίς να καταφέρει να την απορροφήσει, εμποδίστηκε από τις επιδιώξεις των Μεγάλων Δυνάμεων, και την ένοχη πολιτική των ημεδαπών εκφραστών αλλοδαπών ιδεολογιών. Υπήρξαν, βέβαια, και προσωπικότητες που αρνούνταν την προτεκτορατόρικη συμπεριφορά, και προσπαθούσαν να θεμελιώσουν την Πολιτεία των Νεοελλήνων σε εθνικές βάσεις. Ο Ιωάννης Σπηλιωτάκης, υπουργός το 1880, έγραψε στο έργο του ΞΥΠΝΑ ΡΩΜΗΕ ΚΑΙ ΚΑΤΩ ΤΟ ΡΟΥΣΦΕΤΙ, ΟΧΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΦΡΑΓΚΙΚΟ, ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ, τυπογραφείο της Ενώσεως, Αθήναι 1881, σε δημώδη γλώσσα:
       
«Σαν τον διώξανε  (σ.σ. τον Όθωνα), που  ήτανε καημένη η ώρα, το ταμείο ήτανε γιομάτο παράδες και τα οπλοστάσια γιομάτα από ντουφέκια, κανόνια και μπαρούτι, που ούλα ύστερα στη μεσοβασιλεία τα πήρε ο ένας κι ο άλλος, κι εκείνοι που τα πήρανε τα πουλήσανε στην Τουρκιά για ένα κομμάτι ψωμί, κι έτσι τα δικά μας άρματα πέσανε στα χέρια της Τουρκιάς.
       
Ο συχωρεμένος ο Όθωνας αγαπούσε τον τόπο, και ήθελε να τον μεγαλώση, και με το να ήθελε να τον μεγαλώση, κάτι Δυνάμεις, που δεν το θέλανε, γινήκανε το ένα με τους πολιτικούς, που κι αυτοί δεν τον θέλανε, γιατί δεν τους σύμφερνε, κι αι Δυνάμεις, μαζή με τους πολιτικούς, τον βάλανε μπροστά, και βρήκανε την αφορμή, πως τάχατες είχε τους Βαβαρέζους, που δεν τους ήθελε ο τόπος
55.»         

«Σα διώξαμε τους Τούρκους, ο συχωρεμένος ο Κυβερνήτης στάθη άξιος κι ούλα τα κτήματα των τουρκώνε τα πήρε και τα κανε εθνικά, κ' έτσ' ήτανε δίκαιο να γίνη, γιατί και οι Τούρκοι άδικα μας τα είχανε παρμένα τον καιρό που κυριέψανε τον τόπο μας.

 Ούλα τα κτήματα λοιπόν ήσαν εθνικά, και την σήμερον τίποτα δεν τουμεινε, γιατί τα φαγε ο ένας κι ο άλλος από τους μεγαλοσιάνους, που πρώτα κανείς τους δεν είχε ούτε παρά, ούτε τόπο να θαφτή, και σήμερα έχουν χώραις και χωριά, και τσιφλίκια και παλάτια56

«Μας παιζογελάνε πως έχουν και στρατό και στόλο για την πατρίδα, μα εκείνοι ούτε στρατό ούτε στόλο θέλουν για την πατρίδα, παρά μονάχα για τον εαυτό τους, γιατί η πατρίδα, αν είχε στρατό και στόλο, και τα δυο, δεν θα τους αφίνανε να κάνουν κείνα που κάνουνε... Και δεν είναι μονάχα το κακό που γίνεται, παρά κι άλλο μεγαλείτερο. Η αδικία φέρνει την διαίρεσι στο στρατό και στο στόλο, και ίσια ίσια τούτο γυρεύουν οι ρουσφετιλίδες, για να κάνουνε με την διαίρεσι, το στρατό και το στόλο, όπως τον θέλουν, ως καθώς και το λαό, με τη διαίρεσι τον κάνουν όπως θέλουνε, κι έτσι δεν έχουν να φοβηθούνε μήτε τον ένα μήτε τον άλλο57

 «Ο συχωρεμένος εκείνος (σ.σ. ο Καποδίστριας) και καζάρμαις έφτιασε, και σχολεία, και κονάκια, και ναύσταθμο στον Πόρο, που τον χαλάσαμε τώρα, και ταρσανά στ' Αναπλί. Σαράντα πέντε μελλεούνια πλερώνουμε τώρα, και τίποτα από εκείνα δε γίνεται58

«Και σε τούτο ακόμα, πως τάχατες για φοβέρα λέγανε πως θα κάνουμε πόλεμο, ψέμματα μας λέγανε, γιατί τα χαρτιά που βγήκαν' όξω, φανερόνουνε, πως λέγανε της φοβέραις σ' εμάς, και στους Φράγκους και στους Τούρκους την ίδια την ημέρα της πέρνανε πίσω, και λέγανε πως η φοβέραις ήσανε για μας, για να μας αποκοιμίσουνε, και να μείνουμε ήσυχοι, με το να θέλαμε τον πόλεμο. Με τούτα και με τάλλα τα τερτίπια, βγήκαμε κι απ΄αυτή τη δουλειά ντροπιασμένοι και ζημιωμένοι, και κρίμα στα όσα βάσανά μας, και στης τόσαις θυσίαις μας59

«Κι αυτοί ακόμα που μας φέρανε σε τέτοιο χάλι, μας περιπαίζουν για την κουταμάρα μας, και μας λένε στραβορωμηούς, και σωστά στραβορωμηοί πρέπει να είμαστε, γιατί χωνεύουμε τα όσα μας κάνουνε60

Και αυτά όσον αφορά τα εθνικά θέματα από τον Σπηλιωτάκη. Για τους νόμους και το Σύνταγμα έγραψε:

«Σήμερα ίσια ίσια, διάβαζα σε μια φράγκικη εφημερίδα, και μας κατηγοράνε μας τους Έλληνες, γιατί ούλοι οι άλλοι, και Εγγλεζόι και Φραντζέζοι και Αλλαμάνοι, ωφεληθήκανε και ωφελιόνται από την σοφία των παλαιών Ελλήνων, και σε κάθε πράμμα κείνους πρώτα κι αρχής συμβουλεύονται, και ό,τι καλό έχουνε, από κείνους το πήρανε, κι ό,τι μπορούν να πάρουν, με κάθε τρόπο προσπαθούνε να το αποχτήσουν.

Μεις μονάχα, που ούλα τους μπορούσαμε να τα' αποχτήσωμε, και να γίνωμε μεγάλοι και δοξασμένοι σαν εκείνους, τίποτα δεν πήραμε, όλο τα φράγκικα κυνηγάμε, κι όχι τα φράγκικα που είναι παρμένα από τους Έλληνας και είναι καλά, παρά τα καθ' αυτό φράγκικα, που είναι κακά61

Η πρόταση του Σπηλιωτάκη, στο πεδίο της δημιουργίας εθνικού νομικού συστήματος, έπρεπε ν' ακολουθήσει την εξής πορεία σύμφωνα με τις υποδείξεις των Εθνοσυνελεύσεων: έκδοση πηγών, ερμηνεία, επεξεργασία, σύνθεση.

α) κριτική έκδοση των πηγών ήταν απαραίτητη τόσο για την εκκαθάριση των γνήσιων κειμένων από τα πλαστά, όσο και για την ορθή γλωσσική διατύπωση. Το υποθετικό Corpus απαραίτητα θα περιείχε όλα τα κωδικοποιητικά έργα από τον Ιουστινιανό μέχρι τον Αρμενόπουλο, του οποίου η Εξάβιβλος θα ήταν σε χρήση μέχρι την ολοκλήρωση της προσπάθειας.

β) ερμηνεία, επιστημονική και αυθεντική, όχι μόνο για την διά της γραμματικής διατύπωσης (Glossators) κατανόηση των αυτοκρατορικών διαταγμάτων, αλλά και για την ιστορική τους συνέχεια, ώστε να μπορεί να βρεθεί ποια από αυτά ήταν ακόμη σε χρήση κατά την τελευταία περίοδο του Βυζαντίου/Ρωμανίας, ποια δια της αυθεντικής ερμηνείας παρήγαγαν νέο δίκαιο, και ποια είχαν πέσει σε αχρηστία. Ως γνωστόν ελάχιστες καταργητικές διατάξεις είχαν εκδοθεί από τους αυτοκράτορες. Αυτό δίδασκε τότε και η σχολή του Friedrich Karl von Savigny, ενώ σε αντίθεση ο Π. Καλλιγάς ακολούθησε εν μέρει την παραπάνω τακτική, στο πεντάτομο Σύστημα Ρωμαϊκού Δικαίου του, ανάγοντας απ' ευθείας τις διατάξεις στο Corpus Juris Civilis, παραμερίζοντας όλη την ενδιάμεση πορεία τους.

γ) επεξεργασία των ισχυουσών διατάξεων, και διά της αναλογίας επέκταση αυτών σε όσα ζητήματα της εποχής μπορούσαν ως πρόβλεψη να καλύψουν. Επίσης ενσωμάτωση όσων στοιχείων μπορούσαν να εισαχθούν από το εθιμικό που είχε προκύψει, και σε στενή συνεργασία με τις εθνικές (Τούρκους, Εβραίους, Αρμενίους) μειονότητες που κατοικούσαν στο Ελλαδικό χώρο, ώστε ν' αποφευχθούν κατά το δυνατόν οι δυσάρεστες συνέπειες από την κατάργηση των δικών τους νόμων και εθίμων, όσων δεν θα συμβάδιζαν με την εφαρμογή του νομικού συστήματος που θα προέκυπτε. Μία πρώτη εργασία προς την κατεύθυνση αυτή ήταν και το έργο του Maurer, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί απαλλαγμένο από τις ιδεολογικές του καταβολές. Το έργο αυτό ο Καλλιγάς από την μια χαρακτήρισε μυθολογία, από την άλλη επιχείρησε να το συμπληρώσει με στοιχεία εθιμικού δικαίου, που συνέλεξε ο ίδιος, στο Περί εθίμων έργο του.

δ) σύνθεση, δηλ. σύνταξη των επιμέρους κωδίκων, κυρίως του Αστικού, του οποίου η εξαγγελία από την Εθνοσυνέλευση του 1827, άργησε να εκπληρωθεί περισσότερο από έναν αιώνα.

Η παραπάνω εργασία σίγουρα ήταν δύσκολη και επίπονη, αλλά πιστεύουμε, ότι η χώρα μας διέθετε καταξιωμένους νομομαθείς που θα μπορούσαν να την φέρουν εις πέρας, παρά τα όσα αντίθετα έλεγε ο Κοραής. Στο γιατί δεν έγινε απαντά ο Μιχ. Σταθόπουλος, όταν διερωτάται:

«Μήπως η θέσπιση σίγουρων κανόνων δικαίου ήταν πιο επείγουσα, αλλά ομολογουμένως και πιο εύκολη από την έρευνα και την εκκαθάριση των σε μεγάλο βαθμό ανεξιχνίαστων πηγών του βυζαντινού δικαίου;62»

Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι αποφάσεις των Εθνοσυνελεύσεων για την εφαρμογή του βυζαντινού, ως πρώτου αστικού δικαίου, μέχρι την σύνταξη του οικείου κώδικα, δεν εφαρμόστηκαν.

ΠΙΣΩ ΣΤΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ  

  • 53) Σπ. Τρωιάννου, Πηγές..., σελ. 343-4.

  • 54) Γ. Σιμωνέτου, Η ανώμαλος εξέλιξις της ενοχής, Αθήναι 1939.

  • 55) Ι. Σπηλιωτάκης, Ξύπνα Ρωμηέ..., σελ. 10.

  • 56) Ι. Σπηλιωτάκης, Ξύπνα Ρωμηέ..., σελ. 13.

  • 57) Ι. Σπηλιωτάκης, Ξύπνα Ρωμηέ..., σελ. 14.

  • 58) Ι. Σπηλιωτάκης, Ξύπνα Ρωμηέ..., σελ. 15.

  • 59) Ι. Σπηλιωτάκης, Ξύπνα Ρωμηέ..., σελ. 17.

  • 60) Ι. Σπηλιωτάκης, Ξύπνα Ρωμηέ..., σελ. 60.61) Ι. Σπηλιωτάκης, Ξύπνα Ρωμηέ..., σελ. 26.

  • 62) Μ. Σταθόπουλος, Τα έθιμα, ο Maurer και η νομοθετική πολιτική στον τομέα του αστικού δικαίου τον 19ο αιώνα, Αφιέρωμα στον Ανδρέα Γαζή (Αθήνα 1994), σελ. 678.

    © 2009 impantokratoros.gr
Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή του υλικού του ιστοχώρου αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μή εμπορικούς σκοπούς, 
με  βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή:  www.impantokratoros.gr



Print-icon 

Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης