ΓΝΩΣΤΙΚΟΙ - ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΣ

ΜΕΡΟΣ Ε' - ΟΙ ΚΑΘΑΡΟΙ

7.5 Η διδασκαλία των Καθαρών.

  • 7.5.1 Η δυαρχία.  
  • 7.5.2 Τριαδολογία 
  • 7.5.3 Δημιουργία.  
  • 7.5.4 Εωσφορισμός/Λουσιφεριανισμός.
    • α. Ιστορικός Εωσφορισμός. 
    • β. Εωσφορισμός και Μασονία.
  • 7.5.5 Μετενσάρκωση.
    • α. Μετενσάρκωση δυτικού τύπου. 
    • β. Το δόγμα του απόλυτου προορισμού και το κάρμα. 
    • γ. Απόλυτος προορισμός και καπιταλισμός-παγκόσμια κυριαρχία.
  • 7.5.6 Καθαρισμός και μαγεία.

Εισαγωγή

Όταν ο Bompietro ρωτήθηκε από τους Δομινικανούς ανακριτές, ποια πίστη των Καθαρών και ποια σέκτα ακολουθούσε, απάντησε ότι δεν γνώριζε τις διαφορές στις πεποιθήσεις και τις σέκτες τους, αλλά πίστευε ότι οι αιρετικοί ήταν οι καλύτεροι των ανθρώπων[1]. Σήμερα, η πληροφόρηση για τις πεποιθήσεις, την διδασκαλία των Καθαρών, όπως και για τις διαφορές των σεκτών βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση. Το μυστικό τους δόγμα έχει αποκαλυφθεί, εξαιτίας δύο κυρίως παραγόντων΄ πρώτον της μεταστροφής κάποιων από αυτούς, οι οποίοι εγκατέλειψαν τον Καθαρισμό, επανήλθαν στον παπισμό και αποκάλυψαν όσα γνώριζαν΄ δεύτερον εξαιτίας της συστηματικής καταγραφής των ομολογιών των καταδικασμένων αιρετικών από τους ιεροεξεταστές. Τα πιο αξιόπιστα έργα σχετικά με τις αιρετικές δοξασίες έχουν γραφεί από ιεροεξεταστές και είναι αποτέλεσμα της πολύχρονης επαφής τους με την αίρεση. Όλα έχουν πολεμικό χαρακτήρα, κάποια άλλα είναι εγχειρίδια προς τους συναδέλφους τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι πληροφορίες του ενός επιβεβαιώνουν αυτές κάποιου άλλου, οπότε τα όσα αναφέρονται, όσο εξωφρενικά και αν ακούγονται είναι διασταυρωμένα και επιβεβαιωμένα. 

Στο πέμπτο μέρος δεν εξετάζεται το σύνολο τα διδασκαλίας των Καθαρών, αλλά μόνο τα επίμαχα σημεία αυτής, τα δόγματα που απετέλεσαν τον θεμέλιο λίθο της ανάπτυξης αντίστοιχης διδασκαλίας μασόνων και νέο-εποχιτών. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται για μια εξιχνίαση της σχέσης του Καθαρισμού με το ιδεολογικό περιβάλλον της σύγχρονης εποχής και τα παράξενά του. Έτσι επικεντρωνόμαστε στην εξέταση της δυαρχίας τους και τα παράγωγά της, τη μετενσάρκωση, το δόγμα του απόλυτου προορισμού, τον Λουσιφεριανισμό και, όσο και αν φαίνεται παράξενο, την σχέση Καθαρισμού και Μαγείας. Όταν κατανοηθούν τα παραπάνω, ο αναγνώστης θα είναι σε θέση να καταλάβει το ιδεολογικό μανιφέστο της παγκόσμιας κυριαρχίας των εξουσιαστών.  

Καθαροί, μασόνοι, νέο-εποχίτες΄ που συμφωνούν; Μετενσάρκωση, απόλυτος προορισμός, εωσφορισμός΄ από πού προέρχονται; Παγκόσμια κυριαρχία, παγκόσμιοι πόλεμοι, μυστικές εταιρείες΄ ποια οι κοινή συνισταμένη τους; Γιατί οι αιρετικοί καταδικάζονταν για maleficium, όπως και οι μάγοι; Αυτά τα ερωτήματα απαντώνται παρακάτω.
 

***

7.5.1 Η δυαρχία. 

Οι Καθαροί, ως προέκταση του Βογομιλισμού στην Δύση, παρουσιάζει ακριβώς τις ίδιες εκδοχές της δυαρχίας, τις οποίες είδαμε στο 5.3.5α. Είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι, όπως στον Βογομιλισμό αρχικά προβλήθηκε η μετριοπαθής δυαρχία[2] και στην συνέχεια με την ordo Drugunthia εμφανίστηκε η απόλυτη, το ίδιο συνέβη και με τους Καθαρούς, με ορόσημο για την εισαγωγή της απόλυτης δυαρχίας, την αποστολή του Νικήτα (κεφ. 5.3.3γ-δ & 7.3.4). 

Οι δυαρχία εμφανίζεται και στους Καθαρούς σε τρεις εκδοχές:
«[1]* Περί των διαφόρων σεκτών των Καθαρών. Θα πρέπει να σημειωθεί εξαρχής ότι η κύρια αίρεση, δηλαδή οι Καθαροί, είναι διηρημένη σε τρία μέρη ή βασικές ομάδες, η πρώτη εκ των οποίων ονομάζεται οι Albanenses, η δεύτερη οι Concorezzenses και η τρίτη οι Bagnolenses΄ όλες αυτές είναι στην Λομβαρδία. Οι άλλοι Καθαροί, είτε της Τοσκάνης, είτε του March, είτε της Προβηγκίας, δεν διαφέρουν στις πεποιθήσεις από τους Καθαρούς που αναφέρθηκαν μόλις ή από κάποια σημεία τους. Διότι όλοι οι Καθαροί έχουν γενικές δοξασίες, στις οποίες συμφωνούν και κάποιες ιδιαίτερες στις οποίες διαφωνούν[3]».
(* η αρίθμηση μέσα στις αγκύλες στα παρακάτω κείμενα έγινε από τους εκδότες τους και δεν υπάρχει στα πρωτότυπα. Ακολουθείται για λόγους χωρισμού του κειμένου και από εμάς για λόγους εύκολης παραπομπής) 

Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο συγγραφέα, η σέκτα του Concorezzo δίδασκε τη μετριοπαθή δυαρχία:
«[24] Τα παρακάτω αφορούν τις επιμέρους πλάνες της εκκλησίας των Καθαρών του Concorezzo. Αυτοί οι άνθρωποι πιστεύουν σωστά σε μία Αρχή, αλλά σφάλλουν σε ό,τι αφορά την Αγία Τριάδα και την ενότητα.

Επίσης, ομολογούν ότι ο Θεός δημιούργησε τους αγγέλους και τα τέσσερα στοιχεία από το μηδέν΄ αλλά σφάλλουν πιστεύοντας ότι ο διάβολος, με την άδεια του Θεού, δημιούργησε όλα τα ορατά ή αυτόν τον κόσμο[4]». 

Ο Άνσελμος Αλεξανδρείας μαζί με τον ανώνυμο συγγραφέα του De heresi catharorum αναφέρουν ένα σχίσμα στους κόλπους της σέκτας του Concorezzo. Το σχίσμα αυτό είχε πρωτίστως διοικητικά αίτια και δευτερευόντως δογματικά, αλλά τα τελευταία χρησιμοποιήθηκαν για να το νομιμοποιήσουν:
«Πως αυτοί του Concorezzo χωρίστηκαν. Επίσης, να σημειωθεί ότι αυτοί του Concorezzo χωρίστηκαν σε “αρχαίους” και “μοντέρνους”. Διότι μερικοί κρατούν τις παλαιές πεποιθήσεις του Nazarius, του παλιού τους επισκόπου΄ μερικοί, από την άλλη, δέχονται νέες πεποιθήσεις με τον Desiderius, τον πρώην filius major της σέκτας[5]».
 

Οι διαφορές αφορούσαν κυρίως την χριστολογία της αίρεσης. Δεν παρατηρήθηκαν αντίστοιχες στην δυαρχία, οπότε δεν υπάρχει κάτι περισσότερο να ειπωθεί για το σχίσμα εδώ.  

Η σέκτα των Albanenses υιοθέτησε την απόλυτη δυαρχία, η οποία είχε και την μεγαλύτερη αποδοχή στη Δύση. Την εποχή που έδρασε ο Ranierius Sacconi υπήρχαν δύο σχολές στην σέκτα. Η μία ακολουθούσε τον επίσκοπο Belesmanza[6] της Βερόνα, κυρίως οι παλαιότεροι Καθαροί. Οι νεότεροι ακολουθούσαν τον Lugio της Bergamo, τον «πρεσβύτερο υιό» του επισκόπου και συγγραφέα του Liber de duobus principiis. Και οι δύο ομάδες ακολουθούσαν την απόλυτη δυαρχία, ότι δηλαδή υπάρχουν δύο ισοδύναμες αρχές-θεοί, του καλού και του κακού. Η ομάδα, όμως, του Lugio εμφάνιζε κάποιες διαφορές, οι οποίες θα εκτεθούν στο κεφάλαιο για το σύγγραμμά του[7].  

Η απόλυτη δυαρχία διαδόθηκε ευρύτερα μετά το ταξίδι-αποστολή του παπα-Νικήτα στην Δύση και την σύνοδο του Saint-Félix. Οι ομάδες που παραβρέθηκαν σ’ αυτή την σύνοδο και οφείλουν την οργανωτική δομή τους στα πρακτικά της, παρέμειναν στο μεγαλύτερο ποσοστό πιστές σ’ αυτού του είδους την δυαρχία:
 

«[27] Περί των Καθαρών της Τουλούζης, της Albi και αυτών της Carcassone. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι οι Καθαροί της εκκλησίας της Τουλούζης και αυτοί της Albi και της Carcassone, ακολουθούν τις πλάνες του Belesmanza και των παλαιών Albanenses, όπως και όλες οι εκκλησίες των Καθαρών πέρα από την θάλασσα, τις οποίες έχω ονομάσει[8]».
 

Ως η περισσότερο διαδεδομένη δυαρχία τράβηξε την πολεμική των παπικών συγγραφέων, γι’ αυτό και σχολιάζεται εκτενέστερα στα έργα τους. Το De Heresi catharorum για παράδειγμα, δίνει μια εκτενή έκθεση των πεποιθήσεων τους, την οποία, όμως είμαστε αναγκασμένοι να διαιρέσουμε στα ανάλογα θέματα για λόγους οργάνωσης της ύλης:
 

«[2α] Αυτές είναι οι πεποιθήσεις της μίας ομάδας αιρετικών. Ο Marchisius του Sojano, επίσκοπος αυτών του Desenzano[9], και o Amizo, ο πρεσβύτερος υιός του, ιεράρχες μιας ομάδας των Καθαρών, έχοντας την διαδοχή τους από την ordo Drugunthia, πιστεύουν και διδάσκουν ότι υπάρχουν δύο θεοί ή κύριοι χωρίς αρχή και χωρίς τέλος, ο ένας καλός και ο άλλος ολότελα κακός. Λένε επίσης ότι ο κάθε ένας δημιούργησε αγγέλους: ο καλός θεός καλούς αγγέλους και ο κακός, κακούς΄ και ότι ο καλός θεός είναι παντοδύναμος στην ουράνια πατρίδα, ενώ ο κακός κυβερνά την κοσμική κατασκευή[10]». 

Η τρίτη εκδοχή της δυαρχίας είναι αυτή της εκκλησίας του Bagnolo. Γι’ αυτήν ο Rainierus Sacconi γράφει:
«[26]. Περί των Καθαρών του Bagnolo. Το επόμενο θέμα για συζήτηση είναι οι πεποιθήσεις της εκκλησίας του Bagnolo. Αυτοί οι άνθρωποι συμφωνούν με τους προαναφερθέντες Καθαρούς του Concorezzo σχεδόν σε όλα όσα περιγράφηκαν παραπάνω, εκτός από αυτό: Λένε ότι οι ψυχές δημιουργήθηκαν από τον Θεό πριν την εγκαθίδρυση του κόσμου και ότι αμάρτησαν ακόμη και τότε[11]».  

Ίσως να δημιουργείται η εντύπωση ότι πρόκειται για ασήμαντη διαφορά, αλλά δεν είναι έτσι. Η κοσμοθεωρία των Καθαρών επηρεάζονταν περισσότερο από τους μύθους περί δημιουργίας της κάθε ομάδας παρά από το είδος της δυαρχίας, την οποία ακολουθούσαν, όπως θα φανεί στο ανάλογο κεφάλαιο. Η αποδοχή της ύπαρξης ψυχών και μάλιστα προκατασκευασμένων, σηματοδοτεί στροφή στον πλατωνισμό και μάλιστα εμμονή σ’ αυτόν, σε μια περίοδο που ο παπισμός κατατρύχεται από τον αριστοτελισμό. Η διαφορά ήταν αρκετή για να ξεχωρίσει μια ολόκληρη εκκλησία, η οποία προέκυψε από την μετριοπαθή δυαρχία.  

Ο ανώνυμος, ενδεχομένως Φραγκισκανός, συγγραφέας του Brevis summula contra herrores notatos hereticorum[12] φαίνεται να καταθέτει ακριβώς τα αντίθετα: 

«Οι αιρετικοί που ονομάζονται η σέκτα του Bagnolo πιστεύουν και διδάσκουν όλα τα παραπάνω με αυτή την εξαίρεση: Λένε ότι ο καλός θεός δημιουργεί νέα πνεύματα και ψυχές και τα εισάγει στα νέα σώματα, και πιστεύουν ότι μερικά από τα νέα πνεύματα θα σωθούν. Από αυτά που έπεσαν, πιστεύουν ότι μερικά θα καταδικαστούν. Και έτσι λένε ότι όλα θα είναι παρόντα κατά την κρίση, όταν ο κόσμος θα κριθεί. Τότε τα νεόδμητα νέα καλά πνεύματα θα πάρουν την θέση των κακών που εξέπεσαν˙ κι έτσι λένε ότι μερικά από τα νέα πνεύματα και μερικά από τα παλαιά πρόκειται να σωθούν[13]».  

Γιατί διαφωνούν οι δύο αυτές μαρτυρίες για τις πεποιθήσεις της σέκτας του Bagnolo; Την εξήγηση δίνει το De heresι catharorum: 

«[4] Περί της πίστης των Bagnolenses. Η πίστη των Bagnolenses είναι τριπλή, διότι μερικοί από αυτούς συμφωνούν με αυτούς του Concorezzo, άλλοι διατηρούν τις πεποιθήσεις των Albanenses, και μερικοί ακολουθούν την μεσαία οδό. Οι τελευταίοι πιστεύουν σε μία Αρχή. Μιλούν για “δημιουργία” και “μορφοποίηση”, όπως αυτοί του Concorezzo, αλλά για τους αγγέλους που αμάρτησαν στον ουρανό λένε ότι μερικοί αμάρτησαν εθελοντικά, υπακούοντας τον όφη. Αυτοί δεν θα επιστρέψουν ποτέ, ούτε θα σωθούν και δεν υπάρχουν άλλοι δαίμονες παρά αυτοί. Μερικοί άγγελοι, υποστηρίζουν, ότι έχουν απαχθεί βίαια από τον όφη και μόνο αυτοί από όσους αμάρτησαν, θα σωθούν. Τα πνεύματα του Αδάμ και της Εύας ήταν ανάμεσα σε αυτά που απήχθηκαν με την βία. Λένε ότι από τα πνεύματα του Αδάμ και της Εύας παράγονται άλλα πνεύματα προς επιδιόρθωση και αποκατάσταση της απώλειας αυτών των κακών πνευμάτων που αμάρτησαν εθελοντικά και ότι αυτά, δηλαδή τα πνεύματα του Αδάμ και της Εύας, υπήρχαν σε σώματα φτιαγμένα από τον διάβολο». 

Γίνεται, λοιπόν, ξεκάθαρο ότι οι διαφορές αυτής της σέκτας, αφορούν τον μύθο της δημιουργίας και τις συναφείς πεποιθήσεις, με προεκτάσεις σωτηριολογικές, γι’ αυτό και αρκούντως σημαντικές, ώστε να οδηγήσουν στην δημιουργία μιας τρίτης εκκλησίας. Επειδή σχετίζονται με θέματα διαφορετικά της δυαρχίας θα γίνει βαθύτερη εξέταση στο οικείο κεφάλαιο.  

 

7.5.2 Τριαδολογία 

Σε όλες τις εκδοχές της δυαρχίας η αγαθή αρχή ταυτίζεται με την Αγία Τριάδα και η Αρχή του κακού με τον διάβολο. Η τριαδολογία των Καθαρών απέχει από την αντίστοιχη χριστιανική με αποτέλεσμα ο θεός του καλού να είναι διαφορετικός από τον εν Τριάδι ένα Θεό. Ισχυρίζονταν οι Καθαροί ότι:
«η Αγία Τριάδα, δηλαδή ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, δεν είναι ένας Θεός, αλλά ότι ο Πατέρας είναι μεγαλύτερος από τον Υιό και από το Άγιο Πνεύμα[14]». 

Στο σημείο αυτό συμφωνούσαν απόλυτα με τους Βογομίλους, σύμφωνα με τα όσα γράφει ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός στην Πνευματική Πανοπλία:
«Λέγουσι τόν Υἱόν καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον εἰς τόν Πατέρα πάλιν, ἀφ’ οὗ προῆλθον ἀναλυθῆναι, καί τριπρόσωπον αὐτόν ἀπό τοῦ πεντάκισχιλιοστοῦ ἔτους ἄχρι τριάκοντα καί τριῶν ἐτῶν χρηματίσαντα πάλιν γενέσθαι μονοπρόσωπον, ἀσώματον μέν, ἀνθρωπόμορφον δέ[15]» 

Οι Καθαροί παρέλαβαν και υιοθέτησαν την βογομιλική κακοδοξία περί μελλοντικής ενοποίησης των τριών θεών σε έναν, όπως αναφέρεται στον διάλογο Καθολικού και Παταρηνού, γραμμένο περίπου το 1250 από έναν κοσμικό, τον Γεώργιο[16]: 

«Υποστηρίζουν διεστραμμένες ιδέες για την Τριάδα των Προσώπων, κηρύσσοντας ότι μετά την Τελική Κρίση τα τρία θα γίνουν ένα πρόσωπο, χωρίς να δίνουν σημασία στο κείμενο του Ιακώβου “παρ’ ᾧ οὐκ ἔνι παραλλαγή ἤ τροπῆς ἀποσκίασμα (Ιακ 1.17)”[17]». 

Οι Καθαροί συμφωνούσαν με την τριαδολογία των Βογομίλων και σε ένα άλλο σημείο. Γράφει ο Ευθύμιος Ζιγαβηνίος στην Πνευματική Πανοπλία:
«Λένε [οι αιρετικοί Βογομίλοι] πως πολλές φορές όχι μόνο στον ύπνο, αλλά και σε εγρήγορση βλέπουν τον μεν Πατέρα ως γέροντα με μακριά γενειάδα, τον δε Υιόν ως άνδρα που μόλις έχει βγάλει γένεια, και το Πνεύμα το Άγιο ως νεαρό με λείο πρόσωπο, επειδή οι δαίμονες μετασχηματίζονται εύκολα στις μορφές αυτές και τους εξαπατούν και τους διδάσκουν έτσι ότι είναι άνιση η Αγία Τριάδα και ανομοιόμορφη, σύμφωνα με την διαφορά των σχημάτων αυτών, και έτσι εγκατασπείρουν την αρειανική κατάτμηση της μιας φύσεως[18]». 

Αυτή την ανισότητα των προσώπων της Αγίας Τριάδος επαναλάμβαναν και οι Καθαροί:
«Πιστεύουν επίσης (σ.τ.μ. οι απόλυτοι δυαρχικοί) ότι ο Πατέρας είναι μεγαλύτερος από τον Υιό και διαφορετικός από αυτόν και από το Άγια Πνεύμα στην ουσία, και ότι ο Υιός είναι μεγαλύτερος από το Άγιο Πνεύμα και διαφορετικός στην ουσία[19]».
 

«Πιστεύουν ακράδαντα (σ.τ.μ. οι μετριοπαθείς δυαρχικοί) ότι ο Θεός Πατέρας είναι μεγαλύτερος από τον Υιό, και ο Υιός μεγαλύτερος από το Άγιο Πνεύμα΄ σε αυτό δεν διαφέρουν από τους άλλους (σ.τ.μ. εννοεί τους απόλυτους), αν και διαφωνούν [μαζί τους] στο αν ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι φύσει Θεός, κάτι που η πρώτη ομάδα αρνείται[20]». 

Την αιρετική δογματικά διαφορά στην θεία φύση και το συνάναρχο των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας, την απεικόνιζαν «κατ’ ὅναρ» και «καθ’ ὕπαρ» ως διαφορά στις ηλικίες. Πρόκειται για αιρετική απεικόνιση, δαιμονική πλάνη, όπως εξηγεί ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός. Ωστόσο, η βογομιλική απεικόνιση δείχνει έναν ανθρωπομορφισμό, ο οποίος δεν φαίνεται να υπάρχει στην έκφραση των Καθαρών.
 

Για το Άγιο Πνεύμα πίστευαν τα εξής:
«Κάνουν επίσης διάκριση μεταξύ του Αγίου Πνεύματος (spiritum sanctum στο κείμενο), το Πνεύμα Παράκλητος (spiritum paraclitum) και το Πνεύμα Ευθές[21] (spiritum principalem). Αποκαλούν κάθε πνεύμα, το οποίο, κατά την άποψή τους, έδωσε ο Θεός Πατέρας σε αυτές [τις ουράνιες] ψυχές ως συνοδό, άγιο πνεύμα΄ τα αποκαλούν πνεύματα άγια, εννοώντας σταθερά, διότι παρέμειναν σταθερά και δεν απατήθηκαν ούτε παραπλανήθηκαν από τον διάβολο. Παράκλητο λένε το πνεύμα που λαμβάνουν κατά το consolamentum εν Χριστώ΄ και ισχυρίζονται ότι υπάρχουν πολλοί Παράκλητοι, δημιουργημένοι από τον Θεό. Το Πνεύμα Ευθές λένε ότι είναι το Άγιο Πνεύμα. … Λένε ότι είναι μεγαλύτερο από όλα τα άλλα άγια πνεύματα γι’ αυτό και το  ορίζουνε ως Τέλειο. Κηρύσσουν ότι είναι τέτοιου εκπάγλου κάλλους ώστε, σύμφωνα με τα λόγια του Πέτρου, οι άγγελοι επιθυμούν να το ατενίζουν[22]».  

7.5.3 Δημιουργία. 

Και στις δύο μορφές της δυαρχίας, ο δημιουργός του υλικού κόσμου ήταν ο διάβολος. Σε αυτό δεν είχαν καμιά διαφωνία, εφόσον όλοι οι Καθαροί θεωρούσαν την ύλη ως κακή. Σε εκείνο που διέφεραν ήταν το αν ο διάβολος ήταν δημιουργός εκ του μηδενός ή εκ προϋπαρχούσης ύλης. Αυτή η προϋπάρχουσα ύλη ήταν για τον μεσαιωνικό άνθρωπο της Δύσης τα τέσσερα στοιχεία, δηλαδή ο αέρας, η γη, το ύδωρ και η φωτιά:
 

«Διότι μερικοί από αυτούς λένε ότι ο θεός δημιούργησε όλα τα στοιχεία, άλλοι λένε ότι ο διάβολος δημιούργησε αυτά τα στοιχεία΄ αλλά η κοινή τους άποψη είναι ότι ο διάβολος διαχώρισε τα στοιχεία[23]».
Επίσης στην μετριοπαθή δυαρχία ο διάβολος κατασκεύασε τον κόσμο με την άδεια του θεού:
 

«Επίσης, ομολογούν ότι ο θεός δημιούργησε τους αγγέλους και τα τέσσερα στοιχεία από το μηδέν΄ αλλά σφάλουν πιστεύοντας ότι ο διάβολος, με την άδεια του θεού, έφτιαξε όλα τα ορατά, ή αυτόν τον κόσμο[24]». 

Όλοι οι Καθαροί δέχονταν ότι ο διάβολος ήταν ο δημιουργός της υλικής υπόστασης του ανθρώπου. Το δε σώμα το θεωρούσαν ως φυλακή ενός ουράνιου στοιχείου, αρχικά ενός αγγέλου αλλά στην συνέχεια συγκατένευσαν στην ύπαρξη θεϊκής ψυχής: 

«Επίσης πιστεύουν (η σέκτα του Concorezzo- μετριοπαθής δυαρχία) ότι ο διάβολος μορφοποίησε το σώμα του πρώτου ανθρώπου και σ’ αυτό φυλάκισε έναν άγγελο, ο οποίος είχε ελαφρώς αμαρτήσει[25]» 

«Επίσης (μιλά για τις πεποιθήσεις τις σέκτας των Albanenses του Belesmanza- απόλυτη δυαρχία),  ότι κάθε αρχή ή θεός δημιούργησε τους δικούς του αγγέλους και τον δικό του κόσμο, και ότι αυτός ο κόσμος και όσα είναι μέσα σ’ αυτόν δημιουργήθηκαν, κατασκευάστηκαν και μορφοποιήθηκαν από την κακή θεότητα. 

Επίσης, ότι ο διάβολος με τους αγγέλους του ανέβηκε στον ουρανό, κι εκεί, αφού έκανε πόλεμο με τον αρχάγγελο Μιχαήλ και τους αγγέλους του καλού θεού, απέσπασε το ένα τρίτο από τα πλάσματα, που δημιουργήθηκαν από τον θεό. Αυτά τα εμφυτεύει καθημερινά στα ανθρώπινα σώματα και σε αυτά των κατώτερων ζώων, και επίσης τα μεταφέρει από το ένα σώμα στο άλλο μέχρι την στιγμή που θα επιστρέψουν στον ουρανό. Σύμφωνα με αυτούς τους αιρετικούς, τα πλάσματα, που δημιουργήθηκαν από τον θεό, ονομάζονται άνθρωποι του θεού, ψυχές, πρόβατα του Ισραήλ και με άλλα ονόματα[26]» 

Αυτός ο υποτιθέμενος «Πόλεμος στον Ουρανό» είναι προσφιλές θέμα των μέσων ψυχαγωγίας της Νέας Εποχής, και βέβαια, ως δαιμονική διδασκαλία είναι πολύ ευχάριστο για τον διάβολο να πείθει τον κόσμο ότι κάποτε νίκησε τον αρχάγγελο Μιχαήλ, φαιδρό ψέμα.  

Οι μετριοπαθείς δυαρχικοί σύντομα συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούν να μιλούν για δημιουργό, εφόσον ο διάβολος, ο θεός του κακού κατ’ αυτούς, δεν δημιούργησε εκ του μηδενός τα στοιχεία, αλλά κατασκεύασε τον υλικό κόσμο και τα σώματα εκ προϋπαρχούσης ύλης.  Έτσι αντικατέστησαν την έννοια του δημιουργού με την έννοια του «αρχιτέκτονα», πρώτα οι Καθαροί της Agen, όπως μας πληροφορεί ο Radolphus Ardenensis σε μια ομιλία του, και άρχισαν να τον λατρεύουν, ως «αρχιτέκτονα του κόσμου» και κατασκευαστή των σωμάτων τους[27]. Στον νέο-μανιχαϊσμό του ελευθεροτεκτονισμού αυτή η φιγούρα έγινε ο Μέγας Αρχιτέκτονας του Σύμπαντος (Μ.Α.Τ.Σ.). Οφείλουμε, όμως να διευκρινίσουμε ότι ως τέτοιον δεν δέχονται τον διάβολο, αλλά τον Εωσφόρο, τον οποίο θεωρούν διαφορετικό πρόσωπο. Στον χριστιανισμό ο διάβολος είναι ο Εωσφόρος, ο πεπτωκώς άγγελος.  

Οι οπαδοί της απόλυτης δυαρχίας προέβαλλαν την ένστασή τους σ’ αυτό μέσα από το έργο του Iohannes Lugio της Bergamo, Liber de duobus principiis. Γράφει γι’ αυτό ο Rainierus Sacconi:  

«Σύμφωνα μ’ αυτόν, το δημιουργείν είναι το να κατασκευάζει κάποιος κάτι από προϋπάρχουσα ύλη, και πάντα έτσι εκλαμβάνονταν, ποτέ το να κατασκευάζει από το μηδέν. Και διαχωρίζει μια τριπλή δημιουργία: Πρώτον, από το καλό στο καλύτερο˙… Δεύτερον, ν’ αλλάζει κάτι από το κακό στο καλό, αποκαλείται “δημιουργείν”,… Τρίτον, το δημιουργείν αναφέρεται επίσης στην αλλαγή από το κακό στο χειρότερο. … Έτσι, λέει, όλα τα πλάσματα υπήρχαν από πάντα, τα καλά πλάσματα με τον καλό θεό και τα φαύλα με τον κακό΄ ότι οι δημιουργοί δεν προηγούνται των πλασμάτων στον χρόνο αλλά στην αιτία΄ και ότι τα πλάσματα προέρχονται από τον θεό προαιωνίως, όπως το φως ή οι ακτίνες του ήλιου, ο οποίος [ήλιος] δεν προηγείται των ακτινών του χρονικά, αλλά μόνο ως αιτία ή εκ φύσεως[28]».
 

Είναι προφανές ότι ο συγγραφέας προσπαθεί με σοφιστείες να πείσει ότι το δημιουργείν δεν έχει να κάνει με  την εκ του μηδενός δημιουργία, εφόσον δέχεται ότι η ύλη και τα δημιουργήματα υπάρχουν αιωνίως, αλλά με την μετατροπή ή την μορφοποίησή τους, ώστε να μπορέσει να κρατήσει την έννοια του «δημιουργού» σε ένα σύστημα πεποιθήσεων, το οποίο δέχεται «Αρχές» και μάλιστα δύο. Πάντως οι μετριοπαθείς κατάλαβαν ότι σε ένα τέτοιο σύστημα και πολύ περισσότερο στην δική τους έκδοση, με την μία «Αρχή», η προΰπαρξη της ύλης ή των πλασμάτων, δεν μπορεί να στηρίξει την έννοια του «δημιουργού», γι’ αυτό και αντικαταστάθηκε ο «Δημιουργός» από τον «Αρχιτέκτονα». Η αποδοχή της προΰπαρξης της ύλης οφείλεται σε επίδραση του πλατωνισμού και αυτό δείχνει ότι οι διδάσκαλοι των Καθαρών είχαν κλασσική παιδεία, την οποία δεν μπορεί παρά να είχαν αποκτήσει στα πανεπιστήμια της εποχής, γι’ αυτό διατήρησαν και διέδωσαν την αίρεσή τους σ’ αυτά, όπως δείχνουν οι περιπτώσεις των ακαδημαϊκών αιρεσιαρχών John Wyclif και Jan Hus. Αυτό που λείπει είναι μία έρευνα που να εξετάζει την σχέση των αιρετικών στο πανεπιστήμιο του Παρισιού με τα γεγονότα που οδήγησαν στην καθιέρωση του πανεπιστημιακού ασύλου, το οποίο εκείνη την εποχή ταυτίζονταν με την απαλλαγή από την πνευματική κηδεμονία του παπισμού.
 

7.5.4 Εωσφορισμός/Λουσιφεριανισμός. 

α. Ιστορικός Εωσφορισμός.  Και στις δύο σχολές, δηλαδή της απόλυτης και της μετριοπαθούς δυαρχίας, αναδείχθηκε ήδη από τις αρχές του ΙΓ’ αι το πρόσωπο του Εωσφόρου και κατέλαβε πολύ σημαντική θέση στον μύθο της δημιουργίας των Καθαρών, σε σημείο μάλιστα κάποιες εκκλησίες τους να λατρεύουν αυτόν, ως Αρχιτέκτονα. Αυτό συνέβη εξαιτίας της αλληλεπίδρασης Καθαρισμού-μαγείας, μιας σχέσης πολύ έντονης την παρούσα εποχή, την οποία θα εξετάσουμε παρακάτω.  

Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του ΙΓ’ αι., περίοδο δράσης του Κορράδου του Marburg, εντοπίζονται εωσφοριστές στην Γερμανία: 

«Ούτε η επισκοπή της Τρίερ δεν ήταν απαλλαγμένη από αυτή την μόλυνση. Διότι στην ίδια την πόλη ξεσκεπάστηκαν τρεις ομάδες αιρετικών. Εκεί κάηκε κάποια Leuchard, η οποία είχε την φήμη ότι διήγε αγία ζωή, αλλά θρηνούσε την άδικη έκπτωση του Εωσφόρου από τον ουρανό, τον οποίο επιθυμούσε να δει αποκατεστημένο. Δεν προκαλεί εντύπωση το ότι τέτοια γεγονότα συνέβαιναν και σε άλλες πόλεις, αφού και στην ίδια τη Ρώμη, σύμφωνα με μια επιστολή του πάπα[29], είχαν μολυνθεί ουκ ολίγοι[30]».   

To Brevis summula contra herrores notatos hereticorum μας φέρνει σε μια πρώτη επαφή με τις ιδέες του Εωσφορισμού: 

«Επίσης είναι η αίρεση των Albigenses που λέει ότι ο Εωσφόρος ήταν γιος του κακού θεού και ότι ανέβηκε στον ουρανό και βρήκε την σύζυγο του ουράνιου βασιλέως χωρίς τον άνδρα της, δηλαδή τον Θεό. Εκεί τόλμησε να ξαπλώσει μαζί της. Καθώς αυτή αρχικά υπεραμύνθηκε του εαυτού της, ο Εωσφόρος της είπε ότι αν γεννήσει γιο θα τον κάνει θεό στο βασίλειό του, και θα τον έχει να λατρεύεται ως θεός. Κι έτσι αυτή ενέδωσε. … Και λένε ότι έτσι γεννήθηκε ο Χριστός και μ’ αυτόν τον τρόπο έφερε την σάρκα του κάτω από τον ουρανό και αυτό είναι το μεγάλο τους μυστικό[31]».  

Σ’ αυτό το απόσπασμα βλέπουμε ξανά το παραμύθι των Καθαρών της Languedoc ότι ο θεός είχε σύζυγο, μύθος που συνδέθηκε, όπως είπαμε (κεφ. 7.3.3), με την άποψή τους για την Αγία Μαρία την Μαγδαληνή. Τα δύο αποσπάσματα δίνουν μια πρώτη πληροφορία για τον ρόλο του Εωσφόρου στις δύο εκδοχές τις δυαρχίας. Στο πρώτο βλέπουμε ότι είναι ένας άδικα εξόριστος άγγελος από τον ουρανό, άποψη με ευρεία αποδοχή από τους σατανιστές και μη της εποχής μας. Στο δεύτερο, βλέπουμε την εκδοχή των απόλυτων δυαρχικών, ότι ο Εωσφόρος ήταν γιος του διαβόλου και ανέβηκε στον ουρανό για να κάνει τα δικά του σαν μαριονέτα των φαντασιόπληκτων.  

Και οι δύο μύθοι δίνονται εκτενέστερα στο De heresi catharorum. Ο εωσφορισμός της απόλυτης δυαρχίας έχει ως εξής: 

«Λένε ότι ο Εωσφόρος είναι ο γιος του θεού του σκότους, ερμηνεύοντας με αυτό τον τρόπο αυτό που λέγεται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννου “ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρός τοῦ διαβόλου ἐστέ”, και ακολούθως, “ὅτι ψεύστης ἐστί καί ὁ πατήρ αὐτοῦ [ο διάβολος][32]”, δηλαδή κατά την ερμηνεία τους ο ψεύτης είναι ο Εωσφόρος. Λένε, ότι αυτός ο Εωσφόρος ανέβηκε από το βασίλειό του εδώ στον ουρανό επάνω, σύμφωνα με το γραμμένο από τον προφήτη Ησαΐα, “εἰς τόν οὐρανό ἀναβήσομαι[33]”, κ.τ.λ. Εκεί μεταμορφώθηκε σε άγγελο φωτός. Αφού οι άγγελοι τον αποδέχθηκαν με θαυμασμό για την εμφάνισή του και μεσίτευσαν στον Κύριο εκ μέρους του, έγινε δεκτός στον ουρανό και κατέστη οικονόμος των αγγέλων΄ όπως λέγεται στο Ευαγγέλιο του Λουκά, “ἄνθρωπός τις ἧν πλούσιος, ὅς εἶχεν οἰκονόμον[34]”. Με το αξίωμα του οικονόμου παραπλάνησε τους αγγέλους. Μετά, λένε, ξεσήκωσε μεγάλο πόλεμο στον ουρανό, “καί ἐβλήθη ὁ δράκων, ὁ ὄφις ὁ μέγας ὁ ἀρχαῖος[35]”, μαζί με τους πλανεμένους αγγέλους, σύμφωνα με το κείμενο της Αποκάλυψης: “καί ἡ οὐρά αὐτοῦ σύρει τό τρίτον τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ[36]”. Αυτοί οι  άγγελοι είχαν τριπλή σύνθεση: σώμα, ψυχή και πνεύμα. Και λένε ότι τα σφαγμένα σώματα, που λέγονται “ξηρά οστά” στον Ιεζεκιήλ[37], παρέμειναν στον ουρανό˙ επίσης και τα πνεύματα παρέμειναν εκεί. Οι ψυχές, ωστόσο, αιχμαλωτίστηκαν από τον Εωσφόρο και τέθηκαν στα σώματα αυτού του κόσμου[38]». 

Στην μετριοπαθή δυαρχία ο μύθος περί του Εωσφόρου ήταν ο εξής:
«Ισχυρίζονται ότι ο Εωσφόρος και οι ακόλουθοί του αμάρτησαν στον ουρανό, αλλά μερικοί ανάμεσά τους δεν είναι βέβαιοι για τον πως συνέβη η αμαρτία. Μερικοί πράγματι πιστεύουν – αν και είναι μυστικό – ότι υπήρχε κάποιο κακό πνεύμα έχοντας τέσσερα πρόσωπα: το ένα, ανθρώπου, το δεύτερο πουλιού, το τρίτο ψαριού και το τέταρτο θηρίου. Δεν είχε αρχή και παρέμενε στο χάος, χωρίς να έχει την δύναμη της δημιουργίας. Λένε ότι ο Εωσφόρος, ενώ ήταν ακόμη καλός, ήρθε κάτω και παρατηρώντας το φάσμα του κακού πνεύματος, γέμισε θαυμασμό και πλανήθηκε από την συζήτηση και τις προτροπές του κακού πνεύματος. Επέστρεψε στον ουρανό και πλάνεψε και άλλους. Εξορίστηκαν από τον ουρανό αλλά δεν έχασαν τα φυσικά χαρίσματα που κατείχαν. Αυτοί οι αιρετικοί ισχυρίζονται ότι ο Εωσφόρος και το κακό πνεύμα επιθυμούσαν να διαχωρίσουν τα στοιχεία, αλλά δεν μπορούσαν. Στην συνέχεια παρακάλεσαν τον θεό να τους στείλει έναν καλό άγγελο ως βοηθό κι έτσι με την άδεια του θεού, την βοήθεια του καλού αγγέλου, την δύναμη και την σοφία του, χώρισαν τα στοιχεία. Και λένε ότι ο Εωσφόρος είναι ο θεός, ο οποίος στην Γένεση λέγεται ότι έχει δημιουργήσει τον ουρανό και την γη και έχει επιτελέσει το έργο σε έξι ημέρες. Εξηγούν ότι ο Εωσφόρος έδωσε μορφή στο σώμα του Αδάμ από τον πηλό της γης και μέσα σε αυτό το σώμα εξανάγκασε να μπει ο καλός άγγελος, σύμφωνα με το κείμενο του Ευαγγελίου: “καί κρατήσας αὐτόν ἔπνιγε λέγων˙ ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις[39]”. Και γι’ αυτόν ο Εωσφόρος έφτιαξε την Εύα, με σκοπό να τον κάνει ν’ αμαρτήσει μαζί της. Και λένε ότι ο απαγορευμένος καρπός ήταν η συνουσία[40]».  

Ο Μονέτα της Κρεμόνα δίνει ακόμη περισσότερες λεπτομέρειες για τους Εωσφοριστές της μετριοπαθούς δυαρχίας και για το πώς εκλαμβάνουν τον διάβολο όχι ως δημιουργό, εφόσον δέχονται ότι την ύλη την δημιούργησε ο καλός θεός, αλλά ως αρχιτέκτονα που κατασκεύασε και μορφοποίησε με έτοιμο υλικό:
 

«Αν και αντιτιθέμεθα σε όλους τους Καθαρούς, κατευθύνουμε αυτό το κεφάλαιο ενάντια σ’ αυτούς, που ισχυρίζονται ότι υπάρχει μόνο ένας θεός και ότι δημιούργησε όλα τα ουράνια, όλους τους αγγέλους, και όλα τα επίγεια. Αλλά με αυτή την αλήθεια η αιρετικοί αναμιγνύουν το σπόρο της αιρετικής διαστροφής λέγοντας ότι ο θεός έφερε τα τέσσερα στοιχεία του κόσμου, δηλαδή την ύλη, στην ύπαρξη από το μηδέν. Αυτό οι άλλοι Καθαροί (σ.τ.μ. εννοεί τους οπαδούς της απόλυτης δυαρχίας) δεν το δέχονται. Τα πρόσωπα που συζητιούνται εδώ (σ.τ.μ. εννοεί τους οπαδούς της μεριοπαθούς), ωστόσο λένε ότι ο διάβολος διαχώρισε την αδιαχώριστη ύλη στα τέσσερα στοιχεία, κι έδωσε μορφή στα πράγματα από αυτά τα τέσσερα στοιχεία και τα διαφοροποίησε με βάση τα επιμέρους, ειδικά και διαφορετικά χαρακτηριστικά τους. Ως εκ τούτου ο θεός έδωσε την υλική υπόσταση σε αυτές τις μορφές΄ γι’ αυτό το λόγο είναι ο δημιουργός όλων των ορατών.

Ωστόσο, δεν τον αποκαλούν δημιουργό παρά με έναν ακαθόριστο τρόπο. Από την άλλη, ο διάβολος, σύμφωνα με την άποψή τους, έδωσε στα πράγματα τις συγκεκριμένες μορφές. Έτσι, τον ορίζουν αποκλειστικά ως τον αρχιτέκτονα των ορατών επειδή δούλεψε με κάποια [προϋπάρχουσα] ύλη΄ Δεν τον θεωρούν δημιουργό, επειδή ισχυρίζονται ότι το δημιουργείν σημαίνει να φτιάχνεται κάτι από το μηδέν.  

Λένε επίσης ότι ο διάβολος είναι ο Εωσφόρος, που δημιουργήθηκε από τον θεό΄ ήταν καλός αλλά εξαιτίας της αλαζονείας του απέναντι στον δημιουργό του εξορίστηκε από τον ουρανό, μαζί με τους αγγέλους που πήραν το μέρος του. Αυτό δεν το αρνούμαστε».  

Στο σημείο αυτό γίνεται ξεκάθαρο ότι ο Εωσφορισμός των μετριοπαθών δυαρχικών τείνει στον σατανισμό, το οποίο επιβεβαιώνεται και από την αρχική αναφορά περί αποδοχής της υποτιθέμενης αδικίας που του έγινε, όταν εξορίστηκε, και της λατρείας του ως κατασκευαστή των σωμάτων[41]. 

Εδώ βρίσκεται η ιδεολογική θεμελίωση της προτίμησης των Καθαρών για την άσκηση συγκεκριμένων τεχνικών επαγγελμάτων, ειδικά αυτών που έχουν σχέση με την παραγωγή ενδυμάτων το Μεσαίωνα, όπως υφαντουργοί, βυρσοδέψες, γουναράδες κτλ. Όπως ο Εωσφόρος κατασκεύασε το ανθρώπινο σώμα, στο οποίο έκλεισε τον άγγελο κατά την παράδοσή τους, έτσι και αυτοί επιδίδονταν στην κατασκευή ρούχων για την ένδυση του ανθρώπου. Από την άλλη, όπως ο Εωσφόρος κατασκεύασε τον κόσμο από την άμορφη προϋπάρχουσα ύλη, έτσι και οι τέκτονες κατεργάζονταν τα υλικά για την δημιουργία δομημένων κατασκευών. Η προτίμηση  κάποιων άλλων εξ αυτών για την άσκηση εμπορικών και χρηματοπιστωτικών επαγγελμάτων (τοκογλύφοι, τραπεζίτες κλπ) δεν εντάσσεται σε αυτή την κατηγορία.
 

β. Εωσφορισμός και Μασονία. Εδώ βρίσκεται η ιδεολογική θεμελίωση του νεώτερου ελευθερο-τεκτονισμού, ο οποίος ως «φιλοσοφικό» (στην πραγματικότητα θρησκευτικό) σύστημα επιδιώκει την κατασκευή ενός «καλύτερου ανθρώπου». Εδώ βρίσκεται και η ιδεολογική θεμελίωση όλων των κινημάτων της Νέας Εποχής, η οποία επαγγέλλεται την «εξέλιξη» το παλαιού ανθρώπου, στον άνθρωπο της Νέας Εποχής, τον «Υπεράνθρωπο» του Νίτσε. Όλοι αυτοί πιστεύουν και προσπαθούν να μιμηθούν τον Εωσφόρο, όχι όπως μας τον αποκαλύπτει ο Χριστιανισμός, αλλά όπως ο ίδιος ο πατέρας του ψεύδους αυτοδιαφημίζεται. Προσπαθώντας να πείσουν, μέσω της θεωρίας της εξελίξεως, ότι κάτι τέτοιο (δηλ. η εξέλιξη του ανθρώπου σε υπεράνθρωπο) είναι δυνατό, ελπίζουν αφενός ότι τα επιτεύγματα της γενετικής μηχανικής θα τους δικαιώσουν και προβάλλουν τις θρησκοληπτικές προλήψεις τους, ως μέσο πνευματικής βελτίωσης.  

Ο Εωσφορισμός του ελευθερο-τεκτονισμού είναι καλά διαπιστωμένος στα έργα του Leo Taxil και του Albert Pike. Ο πρώτος είναι ένας αμφισβητήσιμος συγγραφέας και τα κείμενά του είναι απορριπτέα από τους ίδιους του τέκτονες. Ο δεύτερος, ο Albert Pike, ήταν υψηλόβαθμος μασόνος και δεν είναι εύκολο, ούτε επιτρεπτό σ’ αυτούς να τον αμφισβητήσουν.  Γράφει, λοιπόν, ο Pike:
 

«Η Αποκάλυψη είναι γι’ αυτούς που λαμβάνουν τον 19ο Βαθμό, η Αποθέωση της Τέλειας Πίστης, η οποία φιλοδοξεί προς τον Θεό μόνο, και περιφρονεί την λαμπρότητα και τα έργα του Εωσφόρου. ΕΩΣΦΟΡΟΣ, αυτός που φέρνει το φως! Παράξενο και μυστήριο όνομα για να δοθεί στο Πνεύμα του Σκότους! Εωσφόρος, ο Υιός του Πρωινού! Είναι αυτός που φέρει το Φως, και με την λαμπρότητά του τυφλώνει ανυπόφορα ασθενείς, φιλήδονες ή εγωιστικές ψυχές. Μην αμφιβάλεις γι’ αυτό! διότι οι παραδόσεις είναι γεμάτες Θείες Αποκαλύψεις και Εμπνεύσεις΄ και οι Έμπνευση δεν είναι μόνο μιας Εποχής ούτε μιας Πίστης. Ο Πλάτωνας και ο Φίλωνας ήταν, επίσης, θεόπνευστοι[42]».  

Η γλώσσα του Αρχιμασόνου είναι διφορούμενη και χρειάζεται αποκρυπτογράφηση. Στην πρώτη πρόταση εξηγεί με τον τρόπο του, ότι η πραγματική αποκάλυψη για την πίστη στην λαμπρότητα και τα έργα του Εωσφόρου, δίνεται στον μασόνο που εισέρχεται στην 19η βαθμίδα μύησης, όχι νωρίτερα. Οι προηγούμενοι βαθμοί δεν γνωρίζουν ποιον πραγματικά λατρεύουν ως θεό στη μασονία, είτε γιατί δεν τους αποκαλύπτεται, είτε διότι όταν ρωτούν τους λένε ψέματα. Στις επόμενες προτάσεις θαυμάζει. Πως είναι δυνατόν το όνομα αυτού που φέρνει το φως (Εωσφόρος ή Lucifer στα λατινικά) να έχει δοθεί στο Πνεύμα του Σκότους; Αμέσως ο μυημένος, στο άκουσμα, σκέφτεται: «δεν είναι δυνατόν». Για τον μυημένο ο Εωσφόρος δεν είναι το Πνεύμα του Σκότους, αλλά το Πνεύμα του Φωτός. Αυτό λέει ο Pike με έμμεσο τρόπο. Για τους μασόνους το Πνεύμα του Σκότους είναι ο Αδωνάι και τον ταυτίζουν με τον εν Τριάδι Ένα Θεό των Χριστιανών. Το ίδιο ακριβώς έλεγαν και οι Καθαροί, ότι οι Χριστιανοί λατρεύουν το Πνεύμα του Κακού, τον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης, τον εκδικητικό θεό που τυραννά την ανθρωπότητα, όπως έλεγαν ότι η παπική εκκλησία είναι η εκκλησία του Σατανά.

Οι Χριστιανοί, όπως γράφει παρακάτω, είναι αυτοί που τυφλωμένοι από την «λαμπρότητα» του Εωσφρόρου, επειδή έχουν ασθενείς, φιλήδονες και εγωιστικές ψυχές, τον ταυτίζουν με τον Σατανά. Αλλά οι μασόνοι, όπως ισχυρίζονται, επειδή είναι «καλύτεροι άνθρωποι», και δεν έχουν τέτοιου είδους ψυχές, δεν έχουν τυφλωμένες αλλά φωτισμένες από την «λαμπρότητα» του Εωσφόρου, δεν τον ταυτίζουν με το Πνεύμα του Σκότους. Κι επειδή οι Χριστιανοί έχουμε λάβει δι’ αποκαλύψεως την αλήθεια, μεταξύ άλλων και για την πραγματική φύση του Εωσφόρου, ο Pike αμφιβάλει γι’ αυτήν την αποκάλυψη, επικαλούμενες άλλες δήθεν αποκαλύψεις, αποκαλύψεις, οι οποίες για μας δεν είναι παρά ενέργειες του πνεύματος της πλάνης, αλλά για τους μασόνους θεόπνευστες. Και φέρνει, ως παράδειγμα τον Πλάτωνα και τον Φίλωνα τον Ιουδαίο, τους οποίους θεωρεί θεόπνευστους, διότι στην μασονία συναντώνται ο πλατωνισμός και η Καμπάλα.  

Κατόπιν της αποκρυπτογράφησης της θέσης των μασόνων, ποιος μπορεί ν’ αμφιβάλει για τον εωσφορισμό τους; Βέβαια, οι ίδιοι επιμένουν ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι, όπως τα νομίζουμε και ότι ο Albert Pike εκφράζει μόνο μια μικρή μερίδα. Το θέμα, είναι ότι η βιβλιοθήκη των μασόνων είναι επτασφράγιστη και ως εκ τούτου, τα έργα του Albert Pike είναι για μας μια χαραμάδα, από την οποία μπορούμε να ρίξουμε μια φευγαλέα ματιά. Το ίδιο και τα έργα του Manley P. Hall[43], στα οποία παροτρύνει τους αδελφούς του μασόνους, ν’ ακολουθούν τις εωσφορικές ενέργειες, να μιμούνται τον Εωσφόρο. Αλλά η άρνηση, δεν είναι εφεύρεση μόνο των μασόνων. Και οι Καθαροί το ίδιο έκαναν, όπως και πριν από αυτούς οι Μανιχαίοι:
 

«Αν οποιοσδήποτε Καθαρός, οποιουδήποτε φύλου, αρνείται να παραδεχθεί τις συγκεκριμένες πλάνες που περιγράφηκαν, ή τουλάχιστον αυτές που είναι κοινές για όλους, τότε μπορεί κάποιος να πει χωρίς ενδοιασμό γι’ αυτόν, ότι ψεύδεται με υποκρισία, το οποίο είναι χαρακτηριστικό των Καθαρών – μάρτυρας σ’ αυτό ο Απόστολος που προφήτευσε ξεκάθαρα γι’ αυτούς – εκτός, ίσως, και αν το πρόσωπο είναι κάποιος ηλίθιος ή κάποιος νεοφώτιστος, διότι σε πολλούς από αυτούς δεν αποκαλύπτουν τα μυστικά τους[44]».
 

Ή τους λένε ψέματα θα προσθέσουμε. Και αυτός που έγραψε τα παραπάνω, δεν ήταν κάποιος τυχαίος ιεροεξεταστής, αλλά ένας πρώην και μετανοημένος Τέλειος, με μακρόχρονη προσωπική συμμετοχή στην αίρεση. Γνώριζε πολύ καλά, εκ των έσω τα όσα γίνονταν. Σε μας, η ανάγλυφη εκτύπωση του συνθήματος DEUS MEUMQUE JUS (Θεός το δικό μου δικαίωμα) στο εμπροσθόφυλο του συγκεκριμένου βιβλίου του Pike, μια απευθείας παραπομπή στο αρχαίο ψεύδος «καί ἔσεσθε ὡς θεοί», δεν αφήνει περιθώρια για παρανοήσεις σχετικά με τις πραγματικές διαθέσεις και τα θρησκευτικά πιστεύω της μασονίας. 

7.5.5 Μετενσάρκωση. 

α. Μετενσάρκωση δυτικού τύπου. Αναφέρθηκε παραπάνω ότι σύμφωνα με τον εωσφορικό μύθο, ο Εωσφόρος εξανάγκασε τον άγγελο που του δόθηκε ως βοηθός στον διαχωρισμό των στοιχείων, να εισέλθει στο νεότευκτο πήλινο σώμα του Αδάμ. Στηρίζουν, μάλιστα, την πεποίθηση αυτή σε παρερμηνεία της παραβολής που αναφέρεται στο Ματθ. 18.23-28 και σ’ αυτήν που αναφέρεται στο Λουκ. 10.30-35 (παραβολή του Καλού Σαμαρείτη), όπου θεωρούν ότι ο άνθρωπος που πήγαινε από την Ιερουσαλήμ στην Ιεριχώ κι έπεσε σε ληστές ήταν ο εν λόγω άγγελος.  

Η συνέχεια του μύθου είναι η εξής:
«Τώρα πρέπει να συζητήσουμε την φύση της αμαρτίας του Αδάμ, όπως την βλέπουνε αυτοί. Για καλύτερη κατανόηση αυτού, πρέπει να γνωρίζει κανείς, ότι σύμφωνα μ’ αυτούς ο Σατανάς έκλεισε έναν άλλο άγγελο στο σώμα μιας γυναίκας, φτιαγμένης από την πλευρά του Αδάμ, ενώ κοιμόταν αυτός. Με αυτήν αμάρτησε ο Αδάμ. Διδάσκουν ότι η αμαρτία του Αδάμ ήταν η συνουσία, διότι λένε ότι ο όφης ήρθε στην Εύα και την διέφθειρε με την ουρά του΄ και από αυτήν την ένωση γεννήθηκε ο Κάιν, όπως λένε, προσπαθώντας να το αποδείξουν με το Α’ Ιωαν. 3.12, ότι ο Κάιν “ἐκ τοῦ πονηροῦ ἧν”.  

Λένε επίσης, ότι η γυναίκα έχοντας συνηθίσει στην αμαρτία της σάρκας, πήγε στον Αδάμ και έπραξε αυτό, και στην πραγματικότητα ο Αδάμ έκανε την πράξη με την προτροπή της Εύας˙ και αυτό, λένε, είναι το ότι έφαγε τον καρπό από το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού, το οποίο, λένε, περιγράφηκε με συγκεκαλυμμένα λόγια από τον Μωυσή ως απαγορευμένος καρπός.  … Λένε επίσης ότι από την ένωση του Αδάμ με την Εύα γεννήθηκε ο Άβελ. Και με αυτό τον τρόπο, σάρκα από σάρκα και ψυχή από ψυχή, πολλαπλασιάζονται ως έργο του Σατανά[45]». 

Αυτή η άποψη περί προπατορικής αμαρτίας ήταν αποδεκτή, όχι μόνο από τους εωσφοριστές, αλλά και από τους απόλυτους δυαρχικούς, με την διαφορά ότι αυτοί δέχονταν ότι ο Εωσφόρος απεκόμισε από την μάχη στον ουρανό το ένα τρίτο των αγγέλων, τους οποίους ενέβαλε στα ανθρώπινα σώματα[46]. Από τους απόλυτους δυαρχικούς, η παράταξη του Iohannes Lugio, του συγγραφέα της Βίβλου περί δύο αρχών, πίστευε ότι στα ανθρώπινα σώματα δεν εμφυτεύθηκαν άγγελοι, αλλά ψυχές δημιουργημένες από τον καλό θεό. Αυτή παράταξη όπως είπαμε, ήταν μεταγενέστερη και η άποψη το ίδιο, και όπως όλο το έργο είναι εμποτισμένη με πλατωνισμό. Άλλοι πάλι δέχονταν την πλατωνική τριχοτόμηση (σώμα, ψυχή, πνεύμα) ακόμη και για τους άγγελους. Ο Εωσφόρος, σύμφωνα με αυτούς, έκλεψε τις ψυχές των αγγέλων από τον ουρανό, άφησε δε εκεί τα σώματα και τα πνεύματά τους.  

Τι έγιναν οι κλεμμένοι άγγελοι ή οι κλεμμένες ψυχές (ανάλογα την ομάδα); Την απάντηση δίνει ο Rainierus Sacconi:
«Αυτούς [τους κλεμμένους αγγέλους] τους εμφυτεύει καθημερινά στα ανθρώπινα σώματα και σ’ αυτά [τα σώματα] των κατώτερων ζώων, και επίσης τους μεταφέρει από το ένα σώμα στο άλλο, μέχρι την στιγμή που όλοι θα γυρίσουν πίσω στον ουρανό. Σύμφωνα με αυτούς τους αιρετικούς, αυτά τα όντα που δημιουργήθηκαν από το Θεό ονομάζονται “οι άνθρωποι του Θεού”, “ψυχές”, “πρόβατα του Ισραήλ” και πολλά άλλα ονόματα[47]».  

Το ίδιο ακριβώς υποστήριζε και η ομάδα του Iohannes Lugio, με την διαφορά ότι μιλούσαν για ψυχές:
«Επίσης πιστεύει [ο Lugio] ότι οι ψυχές που είναι από τον Θεό μεταφέρονται από σώμα σε σώμα και στο τέλος, όλες θα ελευθερωθούν από την τιμωρία και την ενοχή[48]». 

Την μετενσάρκωση κήρυτταν και οι μετριοπαθείς δυαρχικοί. Η διαφορά τους με τους απόλυτους δυαρχικούς βρίσκονταν στο αν μετενσαρκώνονταν οι άγγελοι ή οι ψυχές που έπεσαν. Ανάλογα με την πίστη της κάθε ομάδας δημιουργήθηκαν αρκετές απόψεις επ’ αυτού. Διαβάζουμε στο De heresi catharorum: 

«Σύμφωνα με μερικούς απ’ αυτούς, όπως η σάρκα προέρχεται από την σάρκα, έτσι και το πνεύμα γεννάται από το πνεύμα, ακολουθώντας το ευαγγελικό χωρίο: “τό γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκός σάρξ ἐστι, καί τό γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος πνεῦμά έστι[49]”. Υπάρχει κάποια αντιπαράθεση μεταξύ τους σ’ αυτό το σημείο.  Κάποιοι απ’ αυτούς, απορρίπτοντας αυτήν την άποψη, λένε ότι όλα τα πνεύματα που είναι προορισμένα να σωθούν δημιουργήθηκαν σε μια χρονική στιγμή και εμφυσήθηκαν λίγο-λίγο στα ανθρώπινα σώματα με την θέληση του Θεού. Ωστόσο, αυτοί που λένε ότι το πνεύμα γεννάται από το πνεύμα βεβαιώνουν ότι όλος αυτός ο κόσμος κατοικείται από αυτά τα φαύλα πνεύματα, συμπεριλαμβανομένου και αυτών που είναι προορισμένο να καταδικαστούν και αυτών που είναι προορισμένο να σωθούν. Αυτοί, πράγματι, που λένε ότι όλα τα προορισμένα για σωτηρία πνεύματα δημιουργήθηκαν την ίδια στιγμή, ισχυρίζονται ότι αυτά τα πνεύματα που έπεσαν δεν ήταν προορισμένο να σωθούν της ενσάρκωσής τους κι έτσι περνάν από σώμα σε σώμα[50]». 

Περί των ψυχών η τρίτη εκδοχή της δυαρχίας έπαιξε τον διακριτό της ρόλο:
«Αυτοί οι άνθρωποι (σ.τ.μ. αναφέρεται στην σέκτα του Bagnolo) συμφωνούν με τους προαναφερθέντες Καθαρούς του Concorezzo σε όλες σχεδόν τις παραπάνω πεποιθήσεις, εκτός απ’ αυτό: Λένε ότι οι ψυχές δημιουργήθηκαν από τον Θεό πριν από την δημιουργία του κόσμου και ότι αμάρτησαν ακόμη και τότε[51]».
Δέχονταν, δηλαδή, την προΰπαρξη των ψυχών. Παρουσιάστηκαν κάποιες συμβιβαστικές απόψεις, όπως η παρακάτω: 

«Εξηγούν ότι τα ανθρώπινα σώματα ζωοποιούνται εν μέρει από τα φαύλα πνεύματα, τα οποία δημιούργησε ο διάβολος και εν μέρει από αυτές τις ψυχές που εξέπεσαν. Αυτές οι ψυχές κάνουν την μετάνοιά τους σε αυτά τα σώματα, και αν μια ψυχή δεν σωθεί σε ένα σώμα, πηγαίνει σε άλλο σώμα και κάνει μετάνοια[52]».
Η συμβιβαστική άποψη, είναι κατανοητό ότι εμφανίστηκε στις ομάδες της απόλυτης δυαρχίας, οι οποίες αρχικά δεν δέχονταν ότι η αρχή του καλού κατασκεύασε ο,τιδήποτε αυτού του κόσμου, συνεπώς ούτε ψυχές, στην συνέχεια δέχθηκαν την ύπαρξη ψυχών κατασκευασμένων από τον διάβολο και σε μια ακόμη πιο ενδοτική συμβιβαστική λύση, δέχθηκαν συγκυβέρνηση του σώματος από τους αγγέλους και τις ψυχές. 

Αυτή είναι η δυτικού τύπου μετενσάρκωση και βλέπουμε ότι παρουσιάζεται σε διαφορετικές εκδοχές ανάλογα με την διδασκαλία της κάθε σχολής δυαρχίας και της κάθε ομάδας. Δεν υπήρχε μοναδική εκδοχή τον Μεσαίωνα, όπως δεν υπάρχει και κοινή παραδοχή απόψεων από τους σύγχρονους οπαδούς του δυτικού τύπου μετενσάρκωσης, τους οπαδούς των διαφόρων νέο-εποχίτικων ομάδων. Όλοι οι νέο-εποχίτες δέχονται την μετενσάρκωση (ανατολικού ή δυτικού τύπου), αλλά η κάθε ομάδα την αναπτύσσει με βάση την δική της διδασκαλία. Οι ομάδες αυτές μπορεί να διαφέρουν στα επιμέρους θέματα, αλλά να έχουμε υπόψη ότι έχουν έναν κοινό πυρήνα στην διδασκαλία τους και, βέβαια, αναγνωρίζουν η μία την άλλη. Διαφέρουν, δεν διαφωνούν. Είναι πολύ σημαντικό αυτό. Υπήρχε ως χαρακτηριστικό στις ομάδες των Καθαρών, υπάρχει ως χαρακτηριστικό στις νέο-εποχίτικες ομάδες:  

«Όλες οι εκκλησίες των Καθαρών αναγνωρίζουν η μία την άλλη, αν και έχουν διαφορετικές ή αντίθετες απόψεις, εκτός από τους Albanenses και τους Concorezzenses, οι οποίοι επικρίνουν οι μεν τους δε, όπως αναφέρθηκε[53]». 

Και κάτι ακόμη. Το ότι ένα ψέμα εμφανίζεται σε διαφορετικές εκδοχές δεν σημαίνει ότι κάποια εκδοχή του πιθανόν να είναι αλήθεια. Το ψέμα παραμένει ψέμα αναλλοίωτο με ό,τι και αν αναμιγνύεται. Αντίθετα, η αλήθεια έχει ως χαρακτηριστικό της ιδίωμα την μοναδικότητα. Δεν μπορεί κάποιος ν’ ανακατέψει την αλήθεια με ψέμα και να πάρει άλλη εκδοχή της αλήθειας. Δεν γίνεται. Θα προκύψει αίρεση, θα προκύψει ψέμα. Δεύτερον, η αλήθεια έχει υπόσταση, είναι ο ίδιος ο Θεός. Το ψέμα έχει πατέρα, τον ίδιο τον διάβολο. Συνεπώς, το ψέμα δεν γίνεται αλήθεια, επειδή μπορεί να το πιστεύουν πολλοί. Ούτε η αλήθεια γίνεται ψέμα, αν δεν την πιστεύει κανένας. Για ν’ απαντήσουμε, λοιπόν, σε κάποιες σοφιστείες, η μετενσάρκωση είναι μια ψεύτικη διδασκαλία, σε οποιαδήποτε μορφή και αν διδάσκεται, όσοι και αν την πιστεύουν. Είναι ασυμβίβαστη με την χριστιανική πίστη, όπως, εξήγησε ο μακαριστός π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος και αν υπήρξαν Χριστιανοί, όπως ο Edgar Cayce, που την υποστήριζαν, αυτό δεν αποδεικνύει το αντίθετο. Αποδεικνύει ότι αυτοί δεν ήταν Χριστιανοί. Τώρα, αν κάποιος αμφιβάλει με το κείμενο του πατρός Αλεβιζόπουλου, επί τη βάσει ότι αναφέρεται σε ανατολικού τύπου μετενσάρκωση, ας έχει υπόψη του ότι η δυτικού τύπου μετενσάρκωση, διαδόθηκε στην Δύση μέσω του Μανιχαϊσμού (και μην βιαστεί κάποιος να επικαλεστεί τον Πλάτωνα, διότι η θρησκευτικότητα των αρχαίων Ελλήνων δεν διαμορφώθηκε βάσει του πλατωνισμού και αυτό φαίνεται από το γεγονός της απουσίας θεωριών περί αποχής βρώσης κρέατος ή περί χορτοφαγίας), και είναι γνωστό ότι ο Μάνης γνώρισε τον Βουδισμό στην Ινδία και διαμόρφωσε την διδασκαλία του εν μέρει βάσει αυτού (βλ. σχετ. 4.6.Β.2).  Η μετενσάρκωση δυτικού και ανατολικού τύπου είναι νεολογισμός.  

Δεν είναι αόριστος νεολογισμός. Αφορά συγκεκριμένη διαφορά, την οποία θα εξηγήσουμε αφού πρώτα γίνει κατανοητό τι εννοούσαν οι Καθαροί ως σωτηρία. Σωτηρία για τους Καθαρούς ήταν η επιστροφή στον ουρανό, αυτού που είχε εκπέσει, αγγέλου ή ψυχής, πλανημένης από τον διάβολο ή αμαρτωλής, με βία ή δικαιοκρισία, ανάλογα την διδασκαλία της κάθε ομάδας. Η σωτηρία για τους Καθαρούς δεν είχε να κάνει με την αντίστοιχη χριστιανική άποψη περί μετά θάνατον ζωής σε κόλαση ή παράδεισο: 

«Άλλοι μεταξύ αυτών λένε, μάλιστα, ότι δεν υπάρχει κόλαση ή παράδεισος, παρά μόνο το κατώτερο βασίλειο, συμπεριλαμβανομένου του παράδεισου και της κόλασης, όπως περιγράφεται στην Γένεση, και το ανώτερο βασίλειο, το οποίο είναι αυτό του καλού θεού. Συνεπώς, διακηρύσσοντας ότι καμιά ψυχή δεν θα σωθεί εκτός από τα πνεύματα που εξέπεσαν, για τα οποία πιστεύουν ότι θα σωθούν όλα, ισχυρίζονται ότι οι άλλες ψυχές, οι δημιουργημένες από τον διάβολο, τον κακό θεό, θα καταδικαστούν όχι για πάντα αλλά προσωρινά, για μια περίοδο όσο διαρκεί ο κόσμος. Αυτή η καταδίκη, νομίζουν, είναι εδώ στο σκοτάδι αυτού του κόσμου, δηλαδή η πείνα, το κρύο, η κόπωση και τα όμοια. Αυτό δεν πιστεύουν ότι αναιρεί τις δηλώσεις που έκαναν παραπάνω, ότι οι ψυχές δεν θα καταδικαστούν και ότι υπήρχαν πάντα, εδώ στο βασίλειο του κυρίου τους που δεν μπορεί να εξακολουθεί να υφίσταται, διότι κατά την εξήγησή τους το ότι οι ψυχές δεν θα καταδικαστούν σημαίνει ότι δεν θα υποστούν δεύτερη καταδίκη, διότι είναι ήδη καταδικασμένες. Με αυτόν τον τρόπο αρνούνται την μέλλουσα κρίση όταν, όπως λέγεται, οι ψυχές θα καταδικαστούν, επειδή έχει ήδη περάσει[54]». 

Συνεπώς, οι Καθαροί δεν περίμεναν μέλλουσα κρίση, σωτηρία ή τιμωρία σύμφωνα με τα χριστιανικά πρότυπα. Γι’ αυτούς οι ψυχές (ή οι άγγελοι) βρίσκονται ήδη σε αυτόν τον κόσμο τιμωρημένες και περιμένουν την στιγμή της επιστροφής πίσω στον ουρανό. Μέχρι τότε κάνουν την μετάνοιά τους μετενσαρκούμενες από σώμα σε σώμα.
 

β. Το δόγμα του απόλυτου προορισμού και το κάρμα. Κάθε θεωρία μετενσάρκωσης, η οποία σέβεται τον εαυτό της, χρειάζεται ένα φίλτρο, ένα κανόνα, ένα νόμο τέλος πάντων, που να καθορίζει το πώς και που γίνεται η επόμενη μετενσάρκωση. Απλοποιημένα, μπορούμε να πούμε ότι στην ανατολικού τύπου μετενσάρκωση (Βουδισμό) ο νόμος αυτός είναι το κάρμα. Το κάρμα είναι ένας τυφλός νόμος, όπως εξηγεί ο π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος. Τυφλός νόμος σημαίνει ότι δεν υπάρχει ένας κριτής, κάποιος που να κρίνει και ν’ αποφασίζει την εφαρμογή του. Το κάρμα εφαρμόζεται (στην σκέψη των οπαδών αυτού του είδους της μετενσάρκωσης) αυτόματα και μηχανιστικά. Στην δυτικού τύπου μετενσάρκωση, σε αντικατάσταση του κάρμα, ο νόμος αυτός είναι το δόγμα του απόλυτου προορισμού. Στην σκέψη των Καθαρών: 

«Αυτοί που λένε ότι όλα τα πνεύματα που είναι προορισμένα για σωτηρία δημιουργήθηκαν σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ισχυρίζονται ότι αυτά τα πνεύματα που έπεσαν δεν ήταν προορισμένα για σωτηρία την στιγμή της ενσάρκωσής τους, κι έτσι περνάν από σώμα σε σώμα. Αυτό θα συνεχίσει μέχρι το τέλος του κόσμου˙ και κατά την κρίση του κόσμου οι καλοί και οι κακοί θα μετρηθούν».
 

ΠΡΟΣΟΧΗ: Σύμφωνα με το δόγμα του απόλυτου προορισμού, λοιπόν, κατά την κρίση του κόσμου δεν θα γίνει πραγματικά κρίση, αλλά απαρίθμηση των ήδη προορισμένων καλών και κακών.
«Οι καλοί θα ανακτήσουν τις θέσεις τους˙ οι κακοί θα έχουν παντοτινή τιμωρία»
 

Δηλαδή θα παραμείνουν σε αυτόν τον κόσμο, για τον οποίο σε άλλο σημείο είπαν ότι δεν θα καταστραφεί.
 

«Σε αυτό το σημείο είναι λίγο μπερδεμένοι, διότι μερικοί από αυτούς συμφωνούν ότι κάποια μερίδα από αυτούς που έπεσαν είναι προορισμένο να σωθούν: αυτοί που δεν αμάρτησαν με δική τους συναίνεση, αλλά όπως ήταν εξαναγκασμένοι. Αυτοί που αμάρτησαν ελεύθερα είναι προορισμένοι να καταδικαστούν. Ισχυρίζονται ότι άλλα πνεύματα δημιουργήθηκαν από τον παντοδύναμο θεό για ν’ αναπληρώσουν τις θέσεις αυτών που δεν είναι προορισμένοι για την σωτηρία[55]».  

Ανακαλύπτουμε, λοιπόν, ότι το δόγμα του απόλυτου προορισμού έχει ιστορικά τις ρίζες του στην θεωρία της δυτικού τύπου μετενσάρκωσης και θεμελιώνεται θεολογικά στην αιρετική κατανόηση της πρόγνωσης του Θεού, από τους Καθαρούς. Σχετίζεται δε άμεσα με την άρνηση της ελεύθερης θέλησης του ανθρώπου, την οποία υιοθέτησαν όχι μόνο οι Καθαροί, αλλά και οι Λουθηρανοί. Το εξηγεί ο Iohannes Lugio στην Βίβλο περί των δύο αρχών:
 

«Κεφ. 8. Περί απιθανότητας. – Διότι λέω ότι όπως ακριβώς είναι αδύνατον αυτό που υπήρξε στο παρελθόν να μην υπάρχει στο παρελθόν, έτσι είναι και απίθανο γι’ αυτό που είναι στο μέλλον, να μην είναι στο μέλλον. Αυτό ειδικά είναι αληθές για τον Θεό, ο οποίος εξαρχής κατάλαβε και γνώριζε αυτό που θα γίνει, οπότε η ύπαρξη, ως κάτι που έμελλε να συμβεί, ήταν πιθανή ως γεγονός πριν συμβεί. Ήταν αναμφίβολα αναγκαίο ότι το μέλλον το ίδιο θα έπρεπε να υπάρχει ολόκληρο σ’ Αυτόν, διότι Αυτός μπορούσε να καταλάβει και να γνωρίζει προαιωνίως όλες τις αιτίες που απαιτούνται για να συμβεί το μέλλον. Και αυτό είναι εντελώς αληθές εφόσον, αν υπάρχει μόνο μια Αρχή, ο Θεός ο ίδιος είναι η μόνη αιτία όλων των αιτιών˙ και ακόμη περισσότερο [είναι αληθές], αν  ισχύει, αυτό που οι εχθροί της αλήθειας ισχυρίζονται, ότι ο Θεός πράττει ό,τι τον ευχαριστεί και η δύναμή του δεν επηρεάζεται από κανέναν[56]» 

Το ερμηνεύσαμε αναλυτικότερα στο κεφάλαιο 6.2.18 και παραπέμπουμε εκεί τον αναγνώστη. Μένει ακόμη να προστεθεί, ότι το δόγμα του απόλυτου προορισμού, αναγνωρίζοντας κριτή δεν είναι τυφλός νόμος. Ωστόσο, εφαρμόζεται αυτόματα και μηχανιστικά, εφόσον γι’ αυτούς που πιστεύουν σ’ αυτό, ό,τι ο Θεός προγνωρίζει θα γίνει οπωσδήποτε και δεν μπορεί ν’ αλλάξει. Ο Θεός έθεσε τους φυσικούς νόμους και παρακολουθεί παθητικά την εξέλιξη των γεγονότων, χωρίς να μπορεί ή να θέλει να επέμβει. Συνεπώς αυτοί που το πιστεύουν, θεωρούν τον Θεό ως μια απόμακρη οντότητα, έξω από την ανθρώπινη ιστορία, βασική πεποίθηση γνωστικών και νέο-εποχίτικων σεκτών. Αρνούνται, κατ’ ουσίαν, την Θεία Πρόνοια, περιορίζοντάς την μόνο στην θέσπιση των φυσικών νόμων. Αυτό εξάγεται από την παρακάτω επιχειρηματολογία στην Βίβλο περί των δύο αρχών: 

«Εφόσον ο Θεός ο ίδιος ήταν – κατά την άποψη των αντιπάλων μας -  από την αρχή η αιτία όλων των αγγέλων Αυτού, αναμφίβολα αυτοί προήλθαν αποκλειστικά και ουσιαστικά από Αυτόν, με τρόπο που ευχαριστούσε Αυτόν, ο χαρακτήρας, η μορφή ή η δημιουργία που ο Θεός τους έδωσε. Και οι άγγελοι ήταν ολοκληρωτικά μέσω αυτού, ό,τι ήταν, σε όλες τους τις αιτίες (σ.τ.μ. οι αιτίες των όντων κατά την αρχαία και μεσαιωνική σκέψη) που έκαναν αναπόφευκτο το γεγονός ότι έγιναν δαίμονες στα χαρακτηριστικά, και δεν έλαβαν κάτι από κάποιον άλλο, εκτός από Αυτόν μόνο, ούτε ευχαριστούσε τον Θεό τους να δημιουργήσει ή να κατασκευάσει τους αγγέλους διαφορετικά από την αρχή. … Όπως ένας Αιθίοπας δεν μπορεί ν’ αλλάξει το δέρμα του ή μια λεοπάρδαλη της βούλες της, εξαιτίας των χαρακτηριστικών που έχουν από τον δημιουργό τους, έτσι και οι άγγελοι, αν δεχτούμε την άποψη των αντιπάλων μας, δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο ν’ αποφύγουν το κακό εξαιτίας των χαρακτηριστικών που ο Θεός τους έδωσε από την αρχή. Αυτή είναι η χείριστη άποψη[57]».

Αυτή ήταν η άποψη των μετριοπαθών δυαρχικών, όσων δέχονταν μία αρχή. Η άποψη του Iohannes Lugio, ενός απόλυτου δυαρχικού, είναι αντίθετη, επί τη βάσει ότι υπάρχουν δύο αρχές, όχι επί τη βάσει της άρνησης της αναγκαιότητας ή της αποδοχής της ελεύθερης θέλησης. Δηλαδή έγινε μεν το αναπόφευκτο, αλλά η αιτία του ήταν η αρχή του κακού και όχι η αρχή του καλού. Η διαφωνία του δηλαδή είναι επί όνου σκιάς και όχι η επί της ουσίας.

Το ακαδημαϊκό πρόβλημα της φαινομενικής ασυνέπιας μεταξύ της επιφανειακής ασκητικότητας των Καθαρών και της αγάπης τους για την τοκογλυφία (ή της άλλες επίγειες απολαύσεις) λύνεται μέσα από την κατανόηση του σκεπτικού τους. Όσο ο μελετητής της διδασκαλίας και των πρακτικών των Καθαρών επιμένει να μετρά την θρησκευτικότητά τους με χριστιανικούς όρους, το πρόβλημα δείχνει αξεπέραστο και η αντίφαση ασυμβίβαστη. Όταν, όμως, η θρησκευτικότητά τους μετρηθεί ως αιρετική και όχι ως αντιδραστική και μεταρρυθμιστική ενός παραστρατημένου χριστιανισμού (δηλ. του παπισμού), τότε η ασυνέπεια εξηγείται και το πρόβλημα βρίσκει την απλή λύση του.

γ. Απόλυτος προορισμός και καπιταλισμός-παγκόσμια κυριαρχία. Το σκεπτικό των Καθαρών διαμορφώθηκε μέσα από την αποδοχή της μετενσάρκωσης και του απόλυτου προορισμού ως αποτέλεσμα της προγνώσεως και της παντοδυνάμου ενεργείας της θείας βουλήσεως. Η θεωρία της μετενσάρκωσης αναιρεί την χριστιανική οπτική περί της ματαιότητας του κόσμου. Ο κόσμος παύει είναι παροδικός, γίνεται αιώνιος. Αυτή η ζωή δεν είναι σύντομη και παροδική, αλλά εντάσσεται σε ένα συνεχή και αέναο κύκλο μετενσαρκώσεων. Από την άλλη, αν ο Καθαρός πλουτίσει, με οποιοδήποτε θεμιτό ή αθέμιτο τρόπο, πράττει το θέλημα του Θεού. Ο Θεός τον προόρισε γι’ αυτό και προγνώριζε ότι θα γίνει (έτσι δεν αιτιολογούν και τον καπιταλισμό οι Προτεστάντες;). Ο Καθαρός (τοκογλύφος, τραπεζίτης ή έμπορος) πλουτίζει γιατί έτσι θέλει ο Θεός. Για τον Καθαρό η τοκογλυφία και ο πλουτισμός με οποιοδήποτε αθέμιτο τρόπο δεν είναι αμαρτία:
«Το ότι δεν νιώθουν συντριβή για τις αμαρτίες που διέπραξαν πριν την εξάσκηση της πίστης τους αποδεικνύεται καθαρά από το γεγονός ότι δεν κάνουν αποκατάσταση σε κανέναν για τοκογλυφία, κλοπή ή διαρπαγή˙ αντίθετα κρατούν το κέρδος για τον εαυτό τους, ή καλύτερα το αφήνουν στα παιδιά τους ή τους συγγενείς τους που είναι ακόμη σε αυτό τον κόσμο. Λένε ότι η τοκογλυφία δεν είναι αμαρτία[58]».

Γι’ αυτό και δεν κάνει ελεημοσύνη σε κανέναν:

«Επίσης κάνουν λίγη ή καθόλου ελεημοσύνη, δεν δίνουν τίποτα στους εκτός σέκτας, εκτός ίσως για ν’ αποφύγουν το σκάνδαλο μεταξύ των γειτόνων τους και να τους έχουν σε εκτίμηση, και λίγο για δική τους ανάγκη. Ο λόγος γι’ αυτό είναι τριπλός. Πρώτον, διότι δεν περιμένουν περισσότερη δόξα στο επέκεινα ή συγχώρηση των αμαρτιών. Δεύτερον, σχεδόν όλοι τους είναι φιλάργυροι  και άρπαγες. Γι’ αυτό και οι φτωχοί ανάμεσά τους, που σε καιρό διωγμού δεν έχουν τα απαραίτητα για να ζήσουν ή κάποιον να τους παρέχει τα αναγκαία, όταν οι οικίες τους κατεδαφίζονται δεν μπορούν να βρουν κάποιον πρόθυμο να τους φιλοξενήσει˙ αλλά οι πλούσιοι Καθαροί βρίσκουν πολλούς. Εξ αυτού ο καθένας τους συσσωρεύει πλούτο αν μπορεί και τον φυλάσσει».

Ο Καθαρός, λοιπόν, που θησαυρίζει σ’ αυτή την ζωή, γίνεται πλούσιος σύμφωνα με το θέλημα του θεού του και στις επόμενες μετενσαρκώσεις του θα συνεχίσει ν’ απολαμβάνει τ’ αγαθά που συγκέντρωσε. Ακόμη και μετά το τέλος του κύκλου των μετενσαρκώσεων, μετά την ημέρα της κρίσεως θα συνεχίσει αυτή η κατάσταση της επίγειας απόλαυσης:

«Περιμένουν την γενική ανάσταση, την οποία θα ζήσουν, όπως λένε, στην γη των ζώντων, με όλη την κληρονομιά που θ’ ανακτήσουν με την δύναμη των όπλων (παγκόσμιοι πόλεμοι). Διότι λένε ότι μέχρι τότε θα έχουν αποκτήσει αυτή την γη (παγκόσμια κυριαρχία) του πνεύματος της κακίας και θα κάνουν χρήση του ενδύματος του προβάτου (μυστικές εταιρείες), και θα τρώνε τα αγαθά της γης και δεν θα αναχωρήσουν μέχρι να σωθεί όλος ο Ισραήλ[59]».

Αυτή είναι η ιδεολογική θεμελίωση της προτίμησης των Καθαρών για τις χρηματοπιστωτικές και εμπορικές επιχειρήσεις, η ιδεολογική θεμελίωση του καπιταλισμού τους. Και με βάση αυτό το σκεπτικό πέτυχαν την αλλαγή της μεσαιωνικής αντίληψης περί ιδιοκτησίας (κατά σύμπτωση, σήμερα 10 Δεκεμβρίου είναι η παγκόσμια ημέρα ιδιοκτησίας, μια από τις «παράξενες» γιορτές της νέας εποχής) ανοίγοντας τον δρόμο για την συγκέντρωση κεφαλαίου και γης. Το «την κληρονομιά που θ’ ανακτήσουν με την δύναμη των όπλων» προανήγγειλε τους παγκόσμιους πολέμους που ακολούθησαν, ενώ το «χρήση του ενδύματος του προβάτου» έδωσε το έναυσμα για την σύσταση των μυστικών εταιρειών, όπως η μασονία. Ακόμη και οι οπαδοί της Χ.Ο.Ε που πιστεύουν ανάλογα ότι δεν θα πεθάνουν ποτέ, εμφανίζονται ως καλοί Χριστιανοί.

Ας είμαστε βέβαιοι, ότι η παραπάνω αντίληψη των πλούσιων Καθαρών συνοδεύεται από τον ανάλογο ιδεολογικό ελιτισμό, όπως συνέβη αντιστοίχως με την αριστοκρατία της Languedoc και την πεποίθησή της περί ευγενούς καταγωγής από τον Χριστό και την Μαρία Μαγδαληνή (κεφ. 7.3.3). Σ’ αυτή την περίπτωση δεν μιλάμε για τον ελιτισμό της αριστοκρατίας αλλά της μεγαλοαστικής τάξης, ο οποίος προσπαθεί να θεμελιωθεί θρησκευτικά:

«Μετά από καιρό, ο κακός θεός εξοργισμένος από την δήωσή του, έστειλε τον γιο του, τον οποίο καλούν Μελχισεδέκ, Σηρ ή Εωσφόρο, με μεγάλο πλήθος ανδρών και γυναικών στην αυλή του καλού θεού, για ν’ ανακαλύψει αν θα μπορούσε να εκδικηθεί για τον πατέρα του με πονηριά. Και κρατώντας τον ο καλός θεός, καθώς ήταν ξεχωριστός (εννοεί ο Εωσφόρος) σε ομορφιά και ευφυία, τον διόρισε πρίγκιπα, ιερέα και οικονόμο στους δικούς του ανθρώπους και μέσω αυτού έδωσε την διαθήκη στον Ισραήλ. Κατά την απουσία του κυρίου, πλάνεψε τους ανθρώπους να μην πιστεύουν στην αλήθεια και τους υποσχέθηκε ότι θα τους έδινε περισσότερα, καλύτερα και ελκυστικότερα αγαθά στην χώρα του από αυτά που είχαν στη δική τους. Υπέκυψαν στο δέλεάρ του εγκαταλείποντας τον θεό και την διαθήκη που τους έδωσε. Πήρε μαζί του μερικούς από αυτούς και τους σκόρπισε στα βασίλειά του. Τους πιο ευγενείς, όπως αυτοπροσδιορίζονται οι ίδιοι, τους έστειλε σε αυτό τον κόσμο, τον οποίο ονομάζουν τελευταία λίμνη, την πιο μακρινή γη, βαθύτατη κόλαση[60]».

Αυτή η ελίτ της μεγαλοαστικής τάξης των τραπεζιτών, τοκογλύφων και μεγαλοεμπόρων, πίστευε ότι ήταν η αριστοκρατία των ανθρώπων του θεού και μάλιστα γιοι του θεού:

«Διότι έλεγαν ότι ο θεός ο ίδιος είχε δύο γυναίκες, την Colla και την Coliba, και από αυτές γέννησε γιους και κόρες, όπως οι άνθρωποι[61]».

Σ’ αυτούς τους ευγενικής και θείας καταγωγής εκλεκτούς ο Εωσφόρος υποσχέθηκε ως κληρονομιά όλη την γη, αρκεί να την αποκτήσουν με οποιονδήποτε τρόπο και να την χαίρονται αιώνια, μέσω των συνεχών μετενσαρκώσεων, αφού δεν θα καταστραφεί ποτέ και θα παραμείνουν ακόμη και μετά την γενική ανάσταση. Έτσι πιστεύουν.

 

7.5.6 Καθαρισμός και μαγεία.

Η αιρετική διδασκαλία είχε σημαντικό αντίκτυπο στην νοοτροπία των πιστών της. Στην σκέψη των αιρετικών ο Σατανάς δεν ήταν απλώς ένας έκπτωτος άγγελος με παραστρατημένη θέληση, υποδεέστερη πνευματική οντότητα, όπως δίδασκε ο Χριστιανισμός. Αντίθετα, ήταν μια ισοδύναμη με τον Θεό αιώνια κοσμική αρχή, λίγο κατώτερη από αυτόν σε δόξα. Για τους Καθαρούς ήταν ο άρχων του κόσμου τούτου και δημιουργός του ανθρώπου. Ως προσωποποίηση του κακού ήταν μια δύναμη άξια φόβου και δια του φόβου μπορούσε να κάνει τους ανθρώπους δούλους του, μπορούσε να τους κάνει να τον λατρεύουν. Ακόμη και αν δεν τον αγαπούσαν (δεν ήταν αυτό το ζητούμενο) με τα κατάλληλα ανταλλάγματα μπορούσαν να γίνουν πειθήνια όργανά του. Οι μεσαιωνικές ιστορίες ήταν γεμάτες με διηγήσεις  για συμφωνίες με τον διάβολο. Ο Φάουστ δεν ήταν μοναδικός. Ο Φρόυντ, με την ψυχαναλυτική ερμηνευτική περί της προβολής των σκοτεινών δυνάμεων του Αυτού, του υπολείμματος της εξελιγμένης (κατά τους οπαδούς του Δαρβίνου) ζωώδους ψυχής, στο πρόσωπο του διαβόλου, και της εξ αυτής εκλογικευμένης τάχα άρνησης της υπάρξεώς του, απείχε αιώνες. Ο μεσαιωνικός άνθρωπος πίστευε ακόμη ότι ο διάβολος υπήρχε.

Μια μερίδα των Καθαρών οπαδών της μετριοπαθούς δυαρχίας, αυτοί που έφεραν βαθειά τυπωμένη την επίδραση του πλατωνισμού στην διδασκαλία τους, ζυμωμένη παράδοξα με την ευρωπαϊκή παγανιστική κληρονομιά – λέμε παράδοξα διότι ο στόχος των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων ήταν να εκλογικεύσουν με την φιλοσοφία την παγανιστική θεολογία-μυθολογία και όχι να την προωθήσουν – πίστευαν ότι ο διάβολος και οι δαίμονες, οι αρχαίοι θεοί, ήταν υπηρέτες της θείας βουλήσεως:

«Αυτοί ομολογούν ότι ο παντοδύναμος Θεός τα έφτιαξε όλα αυτά όχι ο ίδιος, αλλά μέσω του διαβόλου ως υπηρέτη του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, λένε, αναφερόμενοι σε ό,τι ο διάβολος εκτέλεσε με την σοφία και την δύναμη που του ανατέθηκαν κατά την δημιουργία του από τον Θεό, είναι η αιτία όλων αυτών, με σκοπό να έχει πάνω τους απεριόριστη εξουσία, με την άδεια του Θεού. Ο Θεός το επέτρεψε για άλλο λόγο, ώστε να μπορέσει να συλλέξει από αυτό τον κόσμο τον καρπό της μετάνοιας αυτών που είναι προορισμένοι να σωθούν[62]».

Ιδού, λοιπόν, και η πηγή της διδασκαλίας του Παναγιώτη Τουλάτου.

Δεν έβλεπαν όλοι οι Καθαροί, πολύ δε περισσότερο οι Χριστιανοί, τον διάβολο ως υπηρέτη του Θεού. Ο φόβος και η ανασφάλεια, η οποία προέκυπτε από την πολιτική, κοινωνική και οικονομική αβεβαιότητα, ενισχυμένη από την αδυναμία του ανθρώπου μπροστά στο εχθρικό περιβάλλον, με τους συνεχείς πολέμους να εναλλάσσονται από θανατηφόρες επιδημίες, με ελάχιστα διαλλείματα ειρήνης συνοδευμένης από κακουχίες, φαίνονται αποτυπωμένα στις grotesque φιγούρες της γοτθικής τέχνης. Σκοπός τους ο εξορκισμός της κακοδαιμονίας, ως μία λύση στην ανθρώπινη ανικανότητα να επηρεάσει το εχθρικό περιβάλλον. Μία λύση, όχι μοναδική. Μια δεύτερη απατηλή λύση πρόσφερε η μαγεία και οι Καθαροί ήταν περισσότερο από τον καθένα προετοιμασμένοι από την θεολογία τους και πρόθυμοι να καταφύγουν σ’ αυτήν. Δεν είναι, λοιπόν, ανεξήγητο το φαινόμενο της αύξησης της μαγείας στις χώρες που υπήρχαν εκτεταμένες κοινότητες Καθαρών.

Η σχέση Καθαρών και μαγείας ήταν μια σχέση πάθους. Είναι γνωστό ότι η καταδίκη για maleficium, με ποινή την εκτέλεση στην πυρά, αφορούσε την μαγεία κι εφαρμόζονταν στην αίρεση, διότι στο μυαλό του μεσαιωνικού δυτικού δικαστή δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ τους. Η παρακάτω ιστορία του Καισάριου του Heisterbach φανερώνει αυτή την οπτική:

«Δύο άνθρωποι απλά ντυμένοι, αλλά όχι χωρίς πονηριά, όχι πρόβατα αλλά λύκοι άρπαγες, ήρθαν στην Besançon, υποκρινόμενοι μεγάλη ευσέβεια. Επίσης ήταν χλωμοί και λιανοί, κυκλοφορούσαν γυμνόποδες και νήστευαν καθημερινά˙ δεν έχασαν ούτε μια νύχτα τις ακολουθίες στον καθεδρικό, και δεν δέχονταν τίποτα από κανέναν εκτός από λίγη τροφή. Όταν με τέτοια υπόκριση τράβηξαν την προσοχή όλων, άρχισαν να ξερνάνε το κρυμμένο τους δηλητήριο και να διδάσκουν σε όσους αγνοούσαν, νέες και ανήκουστες αιρέσεις. Με σκοπό, επίσης, να πιστέψει ο κόσμος την διδασκαλία τους, ζήτησαν ν’ απλωθεί αλεύρι στην άκρη του δρόμου και περπάτησαν επάνω του χωρίς ν’ αφήσουν αποτυπώματα των ποδιών τους. Κατά παρόμοιο τρόπο, περπατώντας πάνω στο νερό δεν βυθίστηκαν˙ επίσης, μπήκαν σε μικρές φλεγόμενες καλύβες και, αφού έγιναν στάχτη, αυτοί βγήκαν χωρίς τραύματα. Μετά απ’ αυτά είπαν στον κόσμο: “Αν δεν πιστεύετε στα λόγια μας, πιστέψτε στα θαύματά μας”.

Ο επίσκοπος και ο κλήρος ταράχθηκαν, μόλις το άκουσαν. Και όταν όρθωσαν αντίλογο, λέγοντας ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν αιρετικοί και απατεώνες και υπηρέτες του διαβόλου, με δυσκολία κατάφεραν να ξεφύγουν από το πλήθος που ζητούσε να τους λιθοβολήσει. Αυτός ο επίσκοπος ήταν καλός και μορφωμένος άνθρωπος, γεννημένος στην επαρχία μας. Ο Κορράδος, ο ηλικιωμένος μας μοναχός, που μου διηγήθηκε τα γεγονότα και βρίσκονταν εκείνη την περίοδο στην πόλη, τον ήξερε καλά.

Ο επίσκοπος, βλέποντας ότι τα λόγια του ήταν μάταια και το ποίμνιο που του ήταν εμπιστευμένο μεταστρέφονταν στην πίστη των πρακτόρων του διαβόλου, κάλεσε κάποιον κληρικό γνωστό του, ο οποίος ήταν εντριβής στη νεκρομαντεία και είπε: “Κάποιοι άνθρωποι στην πόλη μου κάνουν το και το. Σου ζητώ να μάθεις από τον διάβολο με την τέχνη σου, ποιοι είναι, από πού έρχονται και με ποιο τρόπο γίνονται τόσα πολλά και αξιοθαύμαστα. Διότι είναι απίθανο να μπορούν να κάνουν θαύματα με θεία έμπνευση όταν η διδασκαλία του είναι τόσο αντίθετη από αυτή του Θεού”.
Ο κληρικός είπε: “Κύριέ μου, Έχω αποκηρύξει από καιρό αυτή την τέχνη”.

O επίσκοπος απάντησε: “Βλέπεις σε τι στενοχώρια βρίσκομαι. Ή θα πρέπει να συναινέσω στη διδασκαλία τους ή θα λιθοβοληθώ από τον κόσμο. Συνεπώς, θ’ απολογηθώ μαζί σου για την άφεση των αμαρτιών σου, ότι μου έκανες υπακοή στο θέμα”.

Ο κληρικός, υπακούοντας στον επίσκοπο, κάλεσε τον διάβολο και όταν ρωτήθηκε για τον λόγο της επίκλησης, αποκρίθηκε: “Σου ζητώ συγγνώμη που σε εγκατέλειψα. Επειδή επιθυμώ να είμαι περισσότερο υπάκουος σε σένα στο μέλλον απ’ ότι στο παρελθόν, σου ζητώ να μου πεις ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι, τι διδάσκουν, και με τι μέσα εργάζονται τόσα μεγάλα θαύματα”.

Ο διάβολος απάντησε: “Είναι δικοί μου και στάλθηκαν από μένα και διδάσκουν ό,τι έχω βάλει στο στόμα τους”.

Ο κληρικός αποκρίθηκε: “Πως γίνεται και είναι αδύνατο να τραυματιστούν, ή να βουλιάξουν στο νερό ή να καούν από την φωτιά;”

Ο δαίμονας απάντησε πάλι: “Έχουν ραμμένες στις μασχάλες τους, ανάμεσα στο δέρμα και το κρέας, τις γραπτές συμφωνίες  με τις οποίες μου δήλωσαν υποταγή΄ και με την βοήθεια αυτών εργάζονται τέτοια θαύματα και δεν μπορεί κανείς να τους βλάψει”.

Και τότε ο κληρικός: “Τι θα γίνονταν αν κάποιος τις αφαιρούσε απ’ αυτούς;”.

Ο διάβολος απάντησε: “Θα γίνονταν αδύναμοι, όπως όλοι οι άνθρωποι”.

Ο κληρικός αφού άκουσε αυτά ευχαρίστησε τον δαίμονα λέγοντας: “Πήγαινε τώρα και όταν σε ξανακαλέσω, επέστρεψε”.

Πήγε στον επίσκοπο και του τα διηγήθηκε όλα με την σειρά. Ο τελευταίος, γεμάτος χαρά, κάλεσε τους ανθρώπους της πόλης σε ένα βολικό μέρος και είπε: “Είμαι ο ποιμένας σας και είστε το ποίμνιό μου. Αν αυτοί οι άνθρωποι, όπως λέτε, επιβεβαιώνουν την διδασκαλία τους με σημεία, θα τους ακολουθήσω μαζί σας. Αν όχι, είναι πρέπον να τιμωρηθούν και σεις να επιστρέψετε μετανοημένοι στην πίστη των πατέρων μαζί μου”.

O κόσμος απάντησε: “Είδαμε πολλά θαύματα απ’ αυτούς”.

Ο επίσκοπος είπε: “Αλλά εγώ δεν τα είδα”. Και γιατί να παρατείνω την διήγησή μου; Το σχέδιο ευχαρίστησε τον κόσμο. Οι αιρετικοί κλήθηκαν. Η φωτιά άναψε στο μέσο της πόλης. Πριν οι αιρετικοί μπουν σ’ αυτήν, είχαν κληθεί μυστικά από τον επίσκοπο. Αυτός τους είπε: “Θέλω να δω αν έχετε τίποτα δαιμονικό πάνω σας”.

Ακούγοντάς το γδύθηκαν και είπαν γεμάτοι αυτοπεποίθηση: “Ψάξε τα σώματα και τα υπάρχοντά μας, προσεκτικά”. Οι στρατιώτες, εκτελώντας στην πραγματικότητα τις οδηγίες του επισκόπου, σήκωσαν τα μπράτσα τους και βρήκαν κάτω από τις μασχάλες κάποιες ουλές που είχαν γιάνει΄ τις άνοιξαν με τα μαχαίρια τους κι έβγαλαν από μέσα τα μικρά ειλητάρια, τα οποία είχαν συρράψει εκεί.

Αφού τα πήρε ο επίσκοπος προχώρησε με τους αιρετικούς στο πλήθος του κόσμου, και διατάσσοντας σιωπή, φώναξε με στεντόρεια φωνή: “Τώρα οι προφήτες σας θα εισέλθουν στην πυρά, και αν δεν τραυματιστούν θα πιστέψω στα λόγια τους”.

Οι άθλιοι είπαν τρεμάμενοι: “Δεν μπορούμε να εισέλθουμε τώρα”.

Τότε ο επίσκοπος είπε στον κόσμο για τα δαιμονικά ευρήματα που είχε ανακαλύψει και τους έδειξε τις συμφωνίες [με τον διάβολο]. Τότε όλοι εξοργισμένοι καταράστηκαν τους υπηρέτες του διαβόλου, να βασανίζονται με τον διάβολο στο άσβεστο πυρ, και πέταξαν τους αιρετικούς στην πυρά την ετοιμασμένη. Κι έτσι με την χάρη του Θεού και τον ζήλο του επισκόπου, η αυξανόμενη αίρεση εξαλείφθηκε και οι άνθρωποι που είχαν παραπλανηθεί και διαφθαρεί, καθαρίσθηκαν με την μετάνοια[63]».

Σε χώρες, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Λομβαρδία και οι Κάτω Χώρες, όπου ο Καθαρισμός ήταν ισχυρός, η μαγεία έκανε θραύση. Αντίθετα, σε χώρες, όπως η Ισπανία, η Νότια Ιταλία και η Σκανδιναβία, όπου ο Καθαρισμός ήταν αδύναμος, το ίδιο ήταν και η μαγεία[64]. Αυτό είναι ένα εξωτερικό χαρακτηριστικό και από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό. Υπάρχουν όμως, και εσωτερικά χαρακτηριστικά που ενισχύουν την θέση περί σύνδεσης Καθαρισμού-μαγείας. Τα χαρακτηριστικά αυτά ξεκινούν από την ισχυρή βάση ότι ο θεός αυτού του κόσμου ήταν ο διάβολος, τόσο για τους Καθαρούς, όσο και για τους μάγους. Έτι δε περισσότερο, ο διάβολος γι’ αυτούς ήταν παρών και ενεργητικός σ’ αυτό τον κόσμο, έχοντας πειστεί ότι ο αληθινός Θεός είναι απόμακρος, αδιάφορος, εκτός ιστορίας, όπως δείξαμε παραπάνω. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την μεταφορά της λατρείας από τις χθόνιες παγανιστικές θεότητες στους δαίμονες του Εωσφορισμού[65].

Οι αναφορές για την σχέση πάθους αίρεσης-μαγείας είναι πολλές και αναντίρρητες. Πάλι στον Καισάριο του Heisterbach διαβάζουμε:

«Τον καιρό του αυτοκράτορα Φρειδερίκου, όταν ο πάπας Λούκιος έμενε στην Βερόνα (σ.τ.μ. 1175), πόλη της Λομβαρδίας, και πολλοί ιεράρχες της εκκλησίας και πρίγκιπες της αυτοκρατορίας μαζεύτηκαν εκεί, ένας αδελφός μοναχός, ο Gotteschalk, ο οποίος ήταν ιερέας στον καθεδρικό της Κολονίας, έμενε εκεί με τον αδελφό του Everard, ιερέα του St. Gereon. Αυτός ο τελευταίος παρατήρησε ότι ο οικοδεσπότης του άφηνε την οικεία του κάθε βράδυ, παίρνοντας μαζί την σύζυγο και την κόρη του. Όταν ο Everard ρώτησε έναν από αυτούς που πάνε και τι κάνουν, η απάντηση ήταν “έλα και δες”. Έτσι, πήγε μαζί τους σε μια μεγάλη υπόγεια αίθουσα, όπου συγκεντρώθηκαν πολλοί και των δύο φύλων. Μέσα στην γενική σιωπή ένας αιρετικός αρχηγός απήγγειλε μια επωδή γεμάτη βλασφημίες, με την οποία τους έδινε οδηγίες για την ζωή και τα ήθη. Τότε τα φώτα έσβησαν και έλαβαν χώρα τέτοιες σκηνές, από αυτές που οι ειδωλολάτρες κατηγορούσαν τους Χριστιανούς τις πρώτες μέρες της Εκκλησίας. Αφού παρακολούθησε αυτές τις συγκεντρώσεις για έξι μήνες, μια νύχτα ο αρχηγός του πρότεινε παρουσία όλων, εφόσον ήταν τόσο συνεπής οπαδός, όπως είχε παρουσιαστεί ο Everard, έπρεπε τώρα να γίνει διδάσκαλος. Αυτό τον φόβισε και δεν συνέχισε και αργότερα είπε στον αδελφό του ότι σύχναζε στις συνάξεις τους όχι για χάρη της διδασκαλίας, αλλά εξαιτίας της ευκαιρίας για αμαρτία. Δες, λοιπόν, υπό ποίους νόμους ζουν και τι βίους διάγουν. Και δεν είναι αυτό άξιο θαυμασμού, εφόσον δεν πιστεύουν στην ανάσταση, ούτε σε κόλαση, ούτε σε καμιά τιμωρία των αμαρτωλών΄ και γι’ αυτό νομίζουν ότι μπορούν να κάνουν αυτό που τους ευχαριστεί ατιμώρητα[66]».

Η τελευταία πρόταση δίνει το έναυσμα για την συζήτηση περί της αξιοπιστίας των κατηγοριών. Παλαιότερα οι κατηγορίες αυτές θεωρούνταν αναξιόπιστες, για την ακρίβεια κακόπιστες, οφειλόμενες στον πολεμικό χαρακτήρα των έργων των εκκλησιαστικών συγγραφέων. Σήμερα η άποψη αυτή έχει αλλάξει με το σκεπτικό ότι δεν μπορεί, αξιόπιστες κατά τα άλλα πηγές να σφάλλουν σε ένα και μόνο σημείο. Οι παρόμοιες κατηγορίες των ειδωλολατρών κατά τον Χριστιανών δεν αρκούν για ν’ ακυρώσουν τις παρόμοιες κατηγορίες για λιμπερτινισμό των Καθαρών, διότι, με βάσει τις απολογίες του αγίου Ιουστίνου και του Τερτυλλιανού έχει αποδειχθεί ότι οι κατηγορίες των ειδωλολατρών οφείλονταν στην ελευθεριότητα των Γνωστικών. Και αυτό το έχουν αποδεχθεί ακόμη και Μαρξιστές ιστορικοί, όπως ο Gottfried Koch και ο Ernst Werner[67]. Στην αποδοχή της αξιοπιστίας των πηγών επί του θέματος βοήθησε και η σύγχρονη άποψη ότι ο μύθος αποτελεί ένδυμα κάποιου πυρήνα αλήθειας[68]. Συν τοις άλλοις ο αντινομισμός των αιρετικών δείχνει ότι συνεχίζει την παράδοση των αρχαίων αντινομικών γνωστικών ομάδων (κεφ. 4.3).

Από τις πηγές η μόνη διαφωνία για τον λιμπερτινισμό των Καθαρών προέρχεται από την γραφίδα του Ιάκωβου Capelli:

«Στην πραγματικότητα η φήμη περί πορνείας, η οποία λέγεται ότι έχει επικρατήσει ανάμεσά τους, είναι λανθασμένη. Διότι είναι αλήθεια ότι μια φορά τον μήνα συγκεντρώνονται άνδρες και γυναίκες, μέρα ή νύχτα, με σκοπό ν’ αποφύγουν τα κουτσομπολιά των ανθρώπων, όχι για λόγους πορνείας, όπως λένε ψευδώς, αλλά για ν’ ακούσουν το κήρυγμα και να εξομολογηθούν στον προκαθήμενο αξιωματούχο τους, λες και από τις προσευχές του μπορεί να προκύψει άφεση αμαρτιών. Λανθασμένα θίγονται από τις φήμες του κόσμου, με πολλές κακόβουλες κατηγορίες, από αυτούς που λένε ότι διαπράττουν πολλές επαίσχυντες και φοβερές πράξεις, για τις οποίες είναι αθώοι[69]».

Εάν επρόκειτο μόνο για φήμες του κόσμου, τότε ο Ιάκωβος Καπέλλι ίσως να είχε δίκιο. Αλλά η εγκυρότητα της φήμης άλλων εκκλησιαστικών συγγραφέων και το πλήθος των μαρτυριών των πηγών, αποδεικνύουν ότι η επιθυμία του για αμεροληψία κατανίκησε την ακρίβεια του ιστορικού. O Rainierus Sacconi, μετανοημένος διδάσκαλος της αίρεσης, με γνώση των πραγμάτων εκ των έσω και πολύχρονη εμπειρία στον αιρετικό βίο, εξηγεί την ψυχολογία του αντινομισμού:

«Και προσθέτω αυτή την επιπλέον δήλωση, ότι πολλοί από αυτούς που έχουν μολυνθεί από τις πλάνες που αναφέρθηκαν πρωτύτερα, θρηνούν όταν θυμούνται ότι δεν ικανοποιούσαν τα πάθη τους συχνότερα πριν λάβουν το consolamentum των Καθαρών. Ακόμη περισσότερο, αυτός είναι ο λόγος που πολλοί πιστοί, άνδρες και γυναίκες, δεν φοβούνται να δώσουν να δώσουν τον εαυτό τους στους αδελφούς και τις αδελφές, τους γιους και τις κόρες, τους ανιψιούς και τις ανιψιές, σε συγγενείς εξ αίματος ή αγχιστείας, αντί στους συζύγους. Αλλά από πράξεις τέτοιους είδους μερικοί απέχουν ίσως από αηδία ή από το φυσικό ανθρώπινο αίσθημα της ντροπής[70]».

O Geoffrey της Auxerre έγραφε το 1150 ότι οι Καθαροί δίδασκαν την σεξουαλική απελευθέρωση[71]. Η σύνοδος της Rheims του 1157 καταδίκασε τα όργια που γίνονταν από τους αιρετικούς[72]. Το 1180 ο Ιωακείμ της Flora[73] έγραψε για τα όργια των «Πατερηνών» κι επιβεβαιώθηκε από τον Walter Mapp[74] το 1182. Ο Alan de Lille[75] εξήγησε ότι η ελευθεριότητα των ηθών έχει τις ρίζες της στην δυαρχική διδασκαλία. Οι δυαρχικοί υποστηρίζουν ότι το άτομο πρέπει με κάθε τρόπο ν’ απαλλαγεί από κάθε γήινη μέριμνα. Έτσι, για ν’ απαλλαγούν από τις σαρκικές μέριμνες ενδίδουν στην ηδυπάθεια. Άλλες παρόμοιες αναφορές υπάρχουν σε επιστολή του Ερρίκου του Albano γραμμένη το 1181, όπου αναφέρονται ομολογίες μετανοημένων αιρετικών[76], στο Χρονικό του Geoffrey de Breuil του αββαείου Vigeois[77] κ.α.

Η σχέση Καθαρισμού και μαγείας δεν προκύπτει μόνο από την εξέταση του έκλυτου ήθους τους. Υπάρχουν πληροφορίες για τελετές, όπως αυτές που γίνονταν στην Γερμανία κατά το 1150-1160 και αναφέρονται από τον Gerhoh του Reichersberg. Στις συναθροίσεις αυτές οι αιρετικοί πρόσφεραν θυσίες στον Βεελφεγώρ και στην συνέχεια ακολουθούσε όργιο. Τα Χριστούγεννα έκαναν τελετές-παρωδίες της Γεννήσεως του Χριστού. Καταγράφηκαν αποτρόπαιες βεβηλώσεις ναών και θυσιαστηρίων και απομιμήσεις του μυστηρίου της Θείας Κοινωνίας, κατά το οποίο οι αιρετικοί μεταλάμβαναν ανθρώπινο σπέρμα[78].

Το 1176 βρίσκουμε μια πρώτη αναφορά αυτού που αργότερα θα γίνει γνωστό ως πέταγμα των μαγισσών. Η πληροφορία έρχεται από το Chronicon Anglicanum του Rodolphus του Coggeschall:

«Τον καιρό του Λουδοβίκου, βασιλιά της Φραγκίας, πατέρα του βασιλιά Φιλίππου, ενώ η πλάνη κάποιων αιρετικών, οι οποίοι λέγονται Πουμπλικάνοι στην καθομιλουμένη, εξαπλώνονταν σε πολλές επαρχίες της Φραγκίας, κάτι θαυμαστό συνέβη στην πόλη Ρεμ με μια ηλικιωμένη γυναίκα μολυσμένη από αυτή την πανούκλα. Διότι μια μέρα, όταν ο αφέντης Γουίλλιαμ, αρχιεπίσκοπος της πόλης και ο θείος του βασιλιά Φιλίππου, έκαναν τον περίπατό τους με τα άλογα μαζί με τον κλήρο έξω από την πόλη, ένας γραμματέας, ο αφέντης Γερβάσιος του Tilbury με τ’ όνομα, παρατήρησε ένα κορίτσι να περπατά μόνο του σε έναν αμπελώνα. Παρακινούμενος από την περιέργεια της θερμόαιμης νεότητος, την πλεύρισε, όπως μάθαμε αργότερα από τα χείλη του όταν έγινε εκκλησιαστικός. Την χαιρέτισε και προσπάθησε να μάθει προσεκτικά ποιανού κόρη ήταν και τι έκανε εκεί μόνη της. Στην συνέχεια, θαυμάζοντας την ομορφιά της για λίγο, την κορτάρισε και της έκανε ερωτική πρόταση. Αυτή ήταν σαν χαμένη, με το βλέμμα χαμηλά΄ του απάντησε με απλή χειρονομία και βαρύτητα λόγου: “Καλέ μου νέε, ο Κύριος δεν θέλει από μένα να γίνω φίλη δική σου ή οποιουδήποτε άλλου, διότι αν χάσω ποτέ την αγνότητά μου και το σώμα μου μολυνθεί έστω και μια φορά, θα δεχθώ σίγουρα την αιώνια καταδίκη χωρίς ελπίδα επιστροφής”.

Όπως το άκουσε αυτό ο αφέντης Γερβάσιος, συνειδητοποίησε αμέσως ότι αυτή ανήκε στην ασεβή σέκτα των Πουμπλικανών, που τον καιρό εκείνο τους αναζητούσαν και τους καταδίωκαν παντού, ειδικά ο Φίλιππος ο κόμης της Φλάνδρας, που τους κυνηγούσε χωρίς έλεος και με δίκαιη σκληρότητα. … Καθώς ο προαναφερθείς γραμματέας συνομιλούσε με την κοπέλα για να της αποδείξει το λάθος τέτοιας απάντησης, πλησίασε ο αρχιεπίσκοπος με την συνοδεία του και ακούγοντας την αιτία της λογομαχίας, διέταξε να συλληφθεί  κοπέλα και να προσαχθεί ενώπιόν του στην πόλη. Όταν την κάλεσε παρουσία του κλήρου και παρουσίασε πολλά αγιογραφικά χωρία και λογικά επιχειρήματα για να διορθώσει την πλάνη της, απάντησε αυτή ότι δεν είχε διδαχθεί ακόμη καλά για να μπορέσει ν’ αποδείξει το λάθος τέτοιων δηλώσεων, αλλά παραδέχθηκε ότι είχε μία ματρόνα στην πόλη, η οποία μπορούσε πολύ εύκολα να αναιρέσει τις ενστάσεις του καθενός με τα επιχειρήματά της. Έτσι, όταν η κοπέλα έδωσε το όνομα και την διεύθυνση κατοικίας της γυναίκας, την ψάξανε αμέσως, την βρήκανε και την έφεραν μπροστά στον αρχιεπίσκοπο και τους αξιωματούχους.

Όταν την κατέκλυσαν από παντού με πλήθος ερωτήσεων ο αρχιεπίσκοπος και ο κλήρος και με χωρία από την Αγία Γραφή, τα οποία αναιρούσαν αυτήν την πλάνη, τόσο άλλαξε αυτή την έννοια των προσφερομένων χωρίων με παρερμηνείες, που έγινε φανερό στον καθένα, ότι το πνεύμα της πλάνης μιλούσε μέσα απ’ το στόμα της. Πράγματι, στα χωρία και τις αφηγήσεις που της πρόσφεραν, τόσο από την Παλαιά όσο και από την Καινή Διαθήκη, απαντούσε εύκολα και μάλιστα από μνήμης, σαν να κατείχε αυθεντικά την γνώση όλων των Γραφών και να είχε εκπαιδευθεί σε αυτού του είδους την απόκριση, ανακατεύοντας το ψέμα με την αλήθεια και κοροϊδεύοντας την αληθινή ερμηνεία της πίστης μας με ένα είδος διεστραμμένης ενόρασης. Γι’ αυτό, επειδή είναι αδύνατο να συνέλθει το πεισματάρικο μυαλό αυτών των προσώπων από την πλάνη του τρόπου τους, είτε μέσω πειθούς είτε μέσω απειλής ή με κάποιο επιχείρημα των αγιογραφικών κειμένων, τους έβαλαν στη φυλακή μέχρι την επομένη.

Το πρωί της επομένης κλήθηκαν στο αρχιεπισκοπικό δικαστήριο, ενώπιον του επισκόπου και του κλήρου, παρουσία της αριστοκρατίας κι έγινε ξανά προσπάθεια να ανανήψουν με την λογική και ν’ αποκηρύξουν την αίρεση δημόσια. Αλλά αφού δεν πείσθηκαν στις προτεινόμενες νουθεσίες, αντίθετα επέμειναν πεισματικά στην πλάνη που είχαν εξαρχής, αποφασίσθηκε ομόφρονα να παραδοθούν στις φλόγες. Όταν η φωτιά είχε ανάψει στην πόλη και οι αξιωματούχοι ετοιμάζονταν να τους σύρουν στην διατεταγμένη ποινή, η ματρόνα της φαύλης πλάνης φώναξε: «Ω άδικοι και ανόητοι δικαστές, νομίζετε τώρα ότι θα με κάψετε με τις φλόγες σας; Δεν φοβάμαι την κρίση σας, ούτε και τρέμει την φωτιά που περιμένει!» Με αυτά τα λόγια έβγαλε μια μπάλα νήματος από τον τρεμάμενο κόρφο της και την πέταξε έξω από το μεγάλο παράθυρο, αλλά κρατώντας την άκρη του νήματος στα χέρια της΄ τότε με δυνατή φωνή που ακούστηκε απ’ όλους φώναξε: «ΠΙΑΣΕ!» Στη στιγμή ανυψώθηκε από την γη μπροστά στα μάτια του καθενός και ακολούθησε την μπάλα έξω από το παράθυρο σε μια ταχεία πτήση, κρατημένη, πιστεύουμε, από τον λειτουργό των δαιμονικών πνευμάτων, ο οποίος κάποτε έπιασε τον Σίμωνα τον Μάγο[79] και τον σήκωσε στον αέρα. Τι απέγινε αυτή η κακιά γυναίκα ή που μεταφέρθηκε, αυτοί που έψαξαν δεν μπόρεσαν ν’ ανακαλύψουν[80]».

Η επόμενη πληροφορία προέρχεται από τον Walter Mapp έναν Ουαλό συγγραφέα, ο οποίος υπηρέτησε ως αρχιδιάκονος στην Οξφόρδη. Το έργο του De nugis curialium είναι μια συλλογή ανέκδοτων ιστοριών, που όπως φαίνεται και από τον τίτλο, κυκλοφορούσαν στην αυλή. Σ’ αυτό αναφέρεται η σύναξη των αιρετικών ως «συναγωγή», όρος που χρησιμοποιούνταν μέχρι το ΙΕ’ αι. για τις συναθροίσεις των μαγισσών. Έκτοτε αντικαταστάθηκε από τον όρο «sabbat» ή «hexensabbat»:

«Ωστόσο, πολλοί [αιρετικοί] έχουν συνέλθει και επιστρέψει στην πίστη. Αυτοί έχουν διηγηθεί, ότι κατά την πρώτη φυλακή της νυκτός, όταν θύρες, πόρτες και παράθυρα έχουν κλείσει, οι ομάδες κάθονται περιμένοντας σιωπηρά στις συναγωγές τους και μια μαύρη γάτα εντυπωσιακού μεγέθους κατεβαίνει σκαρφαλώνοντας από ένα σκοινί που κρέμεται στο μέσο. Βλέποντάς την σβήνουν τα φώτα. Δεν ψάλλουν επωδές ούτε τους επαναλαμβάνουν ευδιάκριτα, αλλά μουρμουρίζουν μέσα από τα σφιγμένα δόντια τους, αλλά ψαχουλεύοντας βρίσκουν τον δρόμο τους προς το σημείο που είδαν τον κύριό τους. Όταν τον βρουν τον φιλάνε, ο καθένας όσο πιο ταπεινά μπορεί καθώς είναι σε αναβρασμό και φρενίτιδα – κάποιοι τα πόδια, πολλοί κάτω από την ουρά, οι περισσότεροι στα απόκρυφα. Και σαν να παίρνουν άδεια για ασέλγεια από το μέρος την βρωμιάς, ο καθείς αρπάζει τον άνδρα ή την γυναίκα που βρίσκεται δίπλα του και μιγνύονται όσο μπορούν να παρατείνουν την ακολασία. Οι δάσκαλοι λένε επίσης και διδάσκουν στους νεοφώτιστους, ότι είναι η τέλεια ελεημοσύνη να υπομένει ή να κάνει αυτό που επιθυμεί ή ζητά ο αδελφός ή η αδελφή κι έτσι να κατευνάζει ο ένας τον άλλο όταν φλέγεται από το πάθος΄ και από την παράδοση σ’ αυτό ονομάζονται Παταρινοί[81]».

Ο όρος «συναγωγή» δεν είναι στοιχείο αρκετό για να συνδέσει την αίρεση με τον ιουδαϊσμό. Παραπέμπει άμεσα σε συγκέντρωση για επίκληση του διαβόλου και χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα για να χαρακτηρίσει τις αιρετικές συναθροίσεις, π.χ. Sathanas synagogam ονομάστηκε συνάθροιση αιρετικών στην Lavaur[82]. Ου συναθροίσεις των μαγισσών ονομάζονται στις πηγές synagoga diabolica. Το λογοπαίγνιο στο τέλος του χωρίου, σημαίνει ότι από την παράδοση στο πάθος ονομάστηκαν «Παταρινοί», σαν να λέμε «παθιασμένοι» (pati quod desideravit… et a paciendo Paterini dicuntur). Δεν είναι διαπιστωμένο από πού ακριβώς προέρχεται η λέξη. Ίσως να προέρχεται από το κίνημα για εκκλησιαστική μεταρρύθμιση του Μιλάνου τον ΙΑ’ αι. Ίσως από την συχνή χρήση του ‘Πάτερ ημών’.

Η περιγραφόμενη τελετή ονομάστηκε «το φίλημα της γάτας». Ο Alan de Lille το είχε υπόψη του και πίστευε ότι από την λέξη «γάτα» (cattus) ονομάστηκαν Καθαροί[83]. Αυτό, βέβαια, δεν είναι ορθό΄ φανερώνει, ωστόσο, πόσο διαδεδομένη και γνωστή ήταν η τελετή.

Αναφέρονται περιπτώσεις γητείας με σκοπό τον προσηλυτισμό νέων μελών στη σέκτα. Πρόκειται για ύπουλες μεθόδους, που χρησιμοποιήθηκαν εν αγνοία των θυμάτων τους. Πάλι ο Walter Mapp έγραψε τα εξής:

«Οι συμπατριώτες τους λένε επίσης ότι μαγεύουν αυτούς που καλούν σε δείπνο χρησιμοποιώντας ένα από τα πιάτα τους κι έτσι κάνουν σαν και τους εαυτούς τους όσους δεν μπορούν να πλησιάσουν με τις μυστικές διδασκαλίες τους. Για παράδειγμα, συνέβη ένα περιστατικό, για το οποίο με ενημέρωσε ο αφέντης Γουίλλιαμ, αρχιεπίσκοπος της Ρεμ, αδελφός της βασίλισσας της Φραγκίας, και το επιβεβαίωσαν πολλοί μάρτυρες. Φαίνεται ότι κάποιος ευγενής πρίγκιπας της   περιοχής της Βιέννης, από φόβο γι’ αυτή την απεχθή άγρα, πάντα κουβαλούσε μαζί του διαβασμένο από την εκκλησία αλάτι μέσα σε ένα πουγκί, επειδή δεν ήξερε σε ποιανού το σπίτι έμπαινε και φοβόταν τις κακίες του εχθρού παντού, απ’ αυτό το αλάτι έβαζε σε όλα τα φαγητά ακόμη και στο σπίτι του.

Κατά τύχη έμαθε ότι δύο ιππότες είχαν προσηλυτίσει τον ανιψιό του, ο οποίος ήταν κύριος πολλών ανθρώπων και πόλεων, γι’ αυτό και πήγε στο σπίτι του ανιψιού του. Καθώς έτρωγαν μαζί κατά τον συνήθη τρόπο, ο ανιψιός, αγνοώντας αυτό που επρόκειτο να γίνει, πρόσφερε στον θείο του ένα πιάτο με ένα ολόκληρο μπαρμπούνι, το οποίο φαινόταν “καλόν εἰς βρῶσιν καί ἀρεστόν τοῖς ὀφθαλμοῖς[84]”. Αλλά ο ευγενής έριξε αλάτι πάνω του και το ψάρι ξαφνικά εξαφανίστηκε, αφήνοντας στο πιάτο κάτι που έμοιαζε με σβώλους κοπριάς λαγού. Ο ιππότης και όσοι ήταν μαζί του τρομοκρατήθηκαν. Έδειξε το θαύμα στον ανιψιό του και τον προέτρεψε με την μεγαλύτερη αφοσίωση, να μετανοήσει, με καταρράκτες δακρύων του εξήγησε το πλήθος του ελέους του Θεού, και πως όλα τα είδη των δαιμόνων κατανικώνται από την πίστη και μόνο, όπως είδε μόλις με τα μάτια του.

Ο ανιψιός δέχθηκε την συμβουλή με βαριά καρδιά και αποσύρθηκε στο ιδιαίτερο δωμάτιό του. Εκεί ο πρίγκιπας, θρηνώντας επειδή είχε εξαπατηθεί, συνέλαβε και πήρε μαζί του τους ιππότες, οι οποίοι είχαν παραπλανήσει τον ανιψιό του, παρουσία μεγάλου πλήθους τους φυλάκισε σε μια καλύβα, δεμένους σφιχτά σε έναν πάσαλο κι έβαλε φωτιά κι έκαψε όλο το κτίριο. Αλλά η φωτιά δεν άγγιξε καθόλου τους άνδρες, δεν υπήρχε ούτε το παραμικρό καψάλισμα στα ρούχα τους. Εξαιτίας αυτού προκλήθηκε αναταραχή στο πλήθος ενάντια στον πρίγκιπα, διότι έλεγαν: “Αμαρτήσαμε ενάντια σε δίκαιους ανθρώπους, ενάντια σε πίστη που επιβεβαιώνεται από θαύματα.

Ο πρίγκιπας, που δεν αμφέβαλε ούτε αμφισβητούσε την χριστιανική πίστη του εξαιτίας αυτού του παράξενου συμβάντος, καλμάρισε την οργή και τις κραυγές του όχλου με καλοπιάσματα και επιβεβαίωσε την πίστη με ευγενικά λόγια. Συσκέφθηκε με τον αρχιεπίσκοπο της Βιέννης[85], που κράτησε τους ιππότες δέσμιους όπως και πριν,  σε ένα μεγαλύτερο σπίτι, και κυκλώνοντας την περιφέρειά του, ράντισε με αγιασμό για ν’ αναιρέσει την μαγεία. Μετά διέταξε να βάλουν φωτιά, αλλά δεν στάθηκε δυνατό ν’ ανάψει ούτε με φύσημα ούτε με τροφοδοσία και να κάψει το σπίτι ή ο,τιδήποτε άλλο.

Μετ’ απ’ αυτό, το πλήθος ένιωσε να κλονίζεται η πίστη τους, και τόσο ξέσπασαν εναντίον του επισκόπου, ώστε πολλοί του επιτέθηκαν ανοικτά με ανόητες φωνές, και αν ο φόβος του πρίγκιπα δεν τους απέτρεπε, θα έριχναν τον ίδιο τον αρχιεπίσκοπο στις φλόγες και θα ελευθέρωναν [αυτούς, τους οποίους νόμιζαν] αθώους. Ωστόσο, έσπασαν τις πόρτες και όρμησαν μέσα στο σπίτι. Αλλά όταν ήρθαν στον πάσαλο, βρήκαν ότι τα οστά και η σάρκα των ανθρώπων είχαν γίνει  κάρβουνο και λαμπυρίζουσα στάχτη, είδαν ότι τα δεσμά ήταν απαρασάλευτα, ο πάσσαλος ανέγγιχτος, και ότι η δικαιότατη φωτιά είχε τιμωρήσει μόνο αυτούς που είχαν αμαρτήσει. Έτσι, ο καλός Θεός είχε επιστρέψει τις καρδιές από την παραπλάνηση στη μετάνοια και μετατρέψει τις βλασφημίες σε προσευχές[86]».

Η γητεία με την παροχή δαιμονικής τροφής, θυμίζει έντονα το viaticum, που έφτιαχναν οι Μανιχαίοι από τις στάχτες ενός θυσιασμένου βρέφους, με το οποίο ζύμωναν πίτες και πρόσφεραν στα υποψήφια θύματά τους. Επίσης παρόμοια περίπτωση «αιθέριας» τροφής με σκοπό την μεταστροφή της διάθεσης των οπαδών του και τον προσηλυτισμό, αναφέρθηκε στην ιστορία του Εύδου της Βρετάνης (κεφ. 6.2.14γ, κείμενο Β). Εκεί ο Εύδος πρόσφερε στο συγκεντρωμένο πλήθος αιθέρια, φανταστική τροφή, η οποία, όμως δεν χόρταινε όποιον την έτρωγε, αλλά του προκαλούσε κάποιο είδος εξάρτησης. Προσηλυτισμό μέσω γητείας είχαμε συναντήσει και στην διήγηση για τον Λυκοπέτρο (παράρτημα 7 της έκτης ενότητας).

Μια παρόμοια περίπτωση δαιμονικής τροφής αναφέρεται από τον Alberic de Trois-Fontaines to 1160. Εκεί, δαίμονες με την μορφή αξιοσέβαστων προσώπων, δελέασαν έναν νεαρό αριστοκράτη στο Maastricht και τον προσκάλεσαν σε τραπέζι. Είχε προειδοποιηθεί από τον επίσκοπο της πόλης, οπότε όταν παρακάθησε στην τράπεζα έκανε το σημείο του σταυρού στα εδέσματα και αμέσως διαλύθηκαν οι φαντασίες και είδε τι πραγματικά του παρέθεσαν προς βρώση: περιττώματα ανθρώπου, γουρουνιού, γαιδάρου και το μοσχομυριστό κρασί αποδείχθηκε ότι ήταν ούρα (stercora diversa hominum, porcorum, asinorum et aliarum, et pertiosa vina versa sunt in fetentes urina)[87]. Κατόπιν των παραπάνω, η ομολογία του Pierre Magis παίρνει μια ενδιαφέρουσα τροπή. Ο Pierre Magis ήταν τέκτονας στο Montauban, και άρχισε να συμπαθεί τους Καθαρούς ύστερα από μια συνεστίαση που είχε στο σπίτι μια Τέλειας. Κατά την διάρκεια του φαγητού η Τέλεια είχε την ευκαιρία να τον «κατηχήσει» μαζί με άλλους τέκτονες[88].

Συμφωνίες με τον διάβολο, μαγικές πτήσεις, γητείες, μαγγανείες, επικλήσεις δαιμόνων, όργια. Η λατρεία του Σατανά συνδέθηκε πολύ γρήγορα με την αίρεση, καθώς η τελευταία προσπαθούσε να κρατήσει τα προσχήματα, αλλά το περιβάλλον έδωσε τις ευκαιρίες για να μην το κάνει. Μόλις στις αρχές του ΙΔ’ αι. η Ιερά Εξέταση έλαβε την άδεια να καταδιώξει την μαγεία, αλλά στο μεταξύ η μόλυνση είχε διαδοθεί χρησιμοποιώντας τους ίδιους διαύλους με την αίρεση. Ας μην γίνει παρανόηση. Η μαγεία είναι ένα παγκόσμιο αρχαιότατο φαινόμενο και δεν γεννήθηκε τότε, όσο και αν τα φαινόμενα δείχνουν κάτι τέτοιο. Ήταν η ίδια αποπνευματικοποίηση της Δύσης, που επέτρεψε σε αίρεση και μαγεία να κάνουν την επανεμφάνισή τους.


[1]  Acta Sancti Officii Bononiae ab anno 1291 usque ad annum 1310, ed. L. Paolini- R. Orioli, Fonti per la storia d’Italia 106, Rome 1982, no 12 p. 32
[2] Ακέφαλο κείμενο αγνώστου συγγραφέα, ίσως του Ermengaud της Béziers, το οποίο έχει εκδοθεί από τον A. Dondaine, Durand de Huesca et la polémique anti-cathare, Archivium fratrum praedicatorum 29 (1959) 268-271, περιγράφει την μετριοπαθή δυαρχία απλά: «Υπάρχει, επίσης, μια συγκεκριμένη αίρεση, η οποία ανεφύη πρόσφατα ανάμεσά τους, διότι μερικοί από αυτούς πιστεύουν ότι υπάρχει μόνο ένας θεός, ο οποίος λένε είχε δυο γιος, τον Χριστό και τον πρίγκιπα αυτού του κόσμου, για τους οποίους λέει το Ευαγγέλιο “Ένας πατέρας είχε δυο γιους”». W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 234. Η έκφραση «ανεφύη πρόσφατα» δεν σημαίνει ότι η μετριοπαθής δυαρχία ήταν καινοτομία, αλλά ότι επανήλθε στο προσκήνιο ύστερα από την επικράτηση της απόλυτης με την σύνοδο του Saint-Félix. Αυτό επιβεβαιώνεται από την εξομολόγηση ενός αιρετικού το 1181, ο οποίος κατέθεσε ότι πίστευε, ότι ο Εωσφόρος ήταν ο γιος που στην αλαζονεία του επαναστάτησε κατά του Θεού. Ο αιρετικός αυτός ήταν ένας από τους δύο που εμφανίστηκαν στην Τουλούζη το 1179 και συνελήφθη το 1181. Βλ. σχετ. Leclercq, Le Témoignage de Geoffroy d’ Auxerre, Studia Anselmiana XXXI, Analecta monastic 2 (1953), 196.
[3] Rainerius Sacconi, Summa de Catharis et Pauperibus de Lugduno, ed. A. Dondaine, Un Traité néo-manichéen du XIIIe siècle: Le ‘Liber du dubus principiis’, suivi d’un fragment de rituel cathare, Rome 1939, 64-78. Αγγλική μετάφραση, W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, Columbia University Press 1969, p. 330.
[4]  Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 343.
[5] Anselmus, Tractatus de hereticis III, ed. A. Dondaine, La Hiérarchie cathare en Italie, II: Le ‘Tractatus de hereticis’ d’Anselme d’Alexandrie, in Archivium Fratrum praedicatorum 20 (1950), 310. Αγγλική μετάφραση, Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 362.
[6] Αναγνωρίζεται ως ο αιρεσιάρχης Belizmen’č, ο οποίος καταδικάστηκε από σύνοδο των Σέρβων το 1221, Βλ. σχ. C. Thouzellier, Un Traité cathare inédit du début du XIIIe siècle d’ après le ‘Liber contra manicheos’ de Durand de Huesca, Bibliothèque de la Revue d’histoire ecclésiastique XXXVII (Louvain 1961), pp. 35-36˙ Puech, Catharisme médiéval et Bogomilisme, in Convegno ‘Volta’ di scienze morale, storiche e filologiche maggio-1 giugno 1956, Academia nazionale dei Lincei, Atti 8th ser. XII (1957), pp. 70-71.
[7] Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 337-39.
[8] Rainerius Sacconi, Summa de Catharis, Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 345.
[9] Η σέκτα των Albanenses ήταν η εκκλησία του Desenzano, βλ. σχ. Rainierus Sacconi, Summa… [XVI], Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 337. O Marchisius ήταν ο δεύτερος επίσκοπος μετά το σχίσμα, βλ. σχ. A. Dondaine, La Hiérarchie cathare en Italie, II, AFP  20 (1950), p. 285.
[10] A. Dondaine, La Hiérarchie cathare en Italie, I: Le ‘De heresy catharorum in Lombardia’, in Archivium fratrum praedicatorum 19 (1949), 306-312, αγγλική μετάφραση Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 164.
[11] Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 344.
[12] Υπάρχουν δύο εκδόσεις του κειμένου Célestin Douais, La Somme des autorités à l’ usage des prédicateurs méridionaux au XIIIe siècle, Paris 1896, pp. 114-5 & 125-133˙ Charles Molinier, Un Texte de Muratori concernant les sects cathares: Sa provenance réelle et sa valeur, in Annales du Midi 22 (1910), pp. 212-216.  Αγγλική μετάφραση Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p.352-361.
[13] Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p.357.
[14] Rainerius Sacconi, Summa de Catharis, Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 338.
[15] Ευθύμιος Ζιγαβηνός, Πνευματική Πανοπλία ΚΖ’ 3 (PG 130.1293A)
[16] Δεν είναι τίποτα περισσότερο γνωστό γι’ αυτόν. Το κείμενο Disputatio inter catholicum et paterinum hereticum, ed. E. Martène- U. Durand, Thesaurus novum anecdotum (5 vols Paris 1717), V cols. 1705-1711.  Ανάλυση στο Ilarino da Milano, Fr. Gregorio, O. P., vescovo di Fano, e la ‘Disputatio inter catholicum et paterinum hereticum, Aevum 14 (1940), 85-140. Αγγλική μετάφραση του Προλόγου στο Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p.289-296.
[17] Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p.290.
[18] Πνευματική Πανοπλία 27.23,  PG 130.1320B: “Λέγουσιν οὐκ ὅναρ πολλάκις, ἀλλά καί ὕπαρ βλέπειν τον Πατέρα μέν, ως γέροντα βαθυγένειον, τον δέ Υἱόν, ὡς ὑπηνήτην ἄνδρα, τό δέ Πνεῦμα τό ἅγιον, ὡς λειοπρόσωπον νεανίαν, τῶν δαιμόνων εἰς τά εἴδη ταῦτα ῥᾳδίως μετασχηματιζομένων, καί ἐξαπατώντων αὐτούς, καί διδασκόντων ἄνισον εἶναι τήν Ἁγίαν Τριάδα, καί διάφορον κατά τήν τῶν σχημάτων τούτων διαφοράν, καί τήν ἀρειανικήν κατατομήν τῆς μιᾶς φύσεως τούτοις ἐγκατασπειρόντων». Ευχαριστώ τον π. Σεραφείμ (Ζήση) Αγιοσαββίτη για την υπόδειξη του χωρίου και την παρότρυνση στην εξεύρεση της αντιστοίχου θέσης των Καθαρών. Την μετάφραση πήρα από την εργασία του, Η Απεικόνιση της Αγίας Τριάδος, εν Θεοδρομία 3 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1999), σσ. 10-28. Η μετάφραση στην σελίδα 20.
[19] Moneta ( ή Simoneta) Cremonensis, Adversus Catharos et Valdenses (Βλέπε παρακάτω σημ. 37), W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 310.
[20]  Moneta ( ή Simoneta) Cremonensis, Adversus Catharos et Valdenses (Βλέπε παρακάτω σημ. 37), W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 313.
[21] Αναφορά στο Ψαλμ. 50.12.
[22] Αναφορά στο Α’ Πετρ. 1.12: «οἷς ἀπεκαλύφθη ὅτι οὐχ ἑαυτοῖς, ὑμῖν δε διηκόνουν αὐτά, ἅ νῦν ἀνηγγέλη ὑμῖν διά τῶν εὐαγγελισαμένων ὑμᾶς ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ἀποσταλέντι ἀπ’ οὐρανοῦ, εἰς ἅ ἐπιθυμοῦσιν ἄγγελοι παρακύψαι». Όλη η διδασκαλία των Καθαρών είναι μια παρερμηνεία του Ευαγγελίου, αλλά εδώ πια βγάζει μάτια. Δεν λέει ο απόστολος Πέτρος ότι οι άγγελοι «ἐπιθυμοῦσιν παρακύψαι» στο Άγιο Πνεύμα. Αντικείμενο του παρακύψαι είναι το «ἅ», δηλ. τα παθήματα του Χριστού, όπως αναφέρει στο 1.11, δηλ το μυστήριο της Θείας Οικονομίας. Ο αγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει σχετικά:
«Το δέ “εἰς ἅ ἐπιθυμοῦσιν ἄγγελοι παρακύψαι” φανερώνει πως τα μυστήρια της ενσάρκου οικονομίας του της δικαιοσύνης ηλίου Χριστού είναι ποθητά μεν και αγαπητά με υπερβολήν, απλησίαστα δε και παντελώς ακατάληπτα και εις αυτούς τους ίδιους τους αγγέλους. Διατί εκείνον τον Θεόν, όπου οι άυλοι και αθάνατοι άγγελοι αγαπούν μεν και ποθούν να ιδούν με κάθε ερωτικήν διάθεσιν, και εκείνον τον υπερούσιον λόγον, όπου αυτοί ζητούν μεν να εντρανίσουν με το όμμα, δεν δύνανται δε, τούτον ημείς οι υλικοί και θνητοί άνθρωποι εθεωρήσαμεν και αι χείρες μας εψηλάφισαν αυτόν, όταν εφάνη επί γης μετά σώματος».
Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Ερμηνεία εις τας επτά καθολικάς επιστολάς, Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 195.
[23] Manifestatio haeresis catharorum quam fecit Boonacursus, PL 204.775-777. Αγγλική μετάφραση Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p.171.
[24] Rainerius Sacconi, Summa de Catharis, Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 343.
[25] Rainerius Sacconi, Summa de Catharis, Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 344.
[26] Rainerius Sacconi, Summa de Catharis, Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 338
[27] J. B. Russell, Witchcraft in the Middle Ages, Cornell University Press, p. 130. Δεν μπόρεσα να διασταυρώσω την παραπομπή του J. B. Russell στο έργο του Radolphus, οπότε παραπέμπω στο δικό του έργο.
[28] Rainerius Sacconi, Summa de Catharis, Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 340. Το αντίστοιχο κείμενο στο Liber de duobus principiis βρίσκεται στο Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p.536-544. Το κείμενο είναι εκτεταμένο γι’ αυτό επιλέχθηκε η περίληψη του Sacconi.
[29] Επιστολή του πάπα Γρηγορίου ΙΧ προς τον αρχιεπίσκοπο Τριέρ, με ημερομηνία 25 Ιουνίου 1231, με συνημμένη καταδικαστική απόφαση των αιρετικών από την σύγκλητο της Ρώμης, ed. Johann Friedrich Böhmer, Acta imperii selecta: Urkunden deutscher Könige und Keiser, mit einem Anhange von Reichssachen, Innsbruck 1870,  pp. 665-667.
[30] Gesta Trevorum: Continuatio quarta, ed. Georg Waitz, MGH SS XXIV 400-2. Αγγλική μετάφραση, W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, pp. 267-269. To απόσπασμα p. 268.
[31] W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 353.
[32] Ιωαν. 8.44. Στις αγκύλες λέξεις που υπάρχουν στο κείμενο του De heresi αλλά όχι στο Ευαγγέλιο.
[33] Ησ. 14.13
[34] Λουκ. 16.1
[35] Αποκ. 12.9
[36] Αποκ. 12.4
[37] Ιεζ. 37.4.
[38] W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 164.
[39] Ματθ. 18.28.
[40] W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 165-6.
[41] Ο Μονέτα ήταν καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Μπολόνια και εντάχθηκε στο τάγμα των Δομινικανών το 1218 ή 1219. Για την ζωή και το έργο του, πηγή πληροφόρησης  στους J. Quetif-J. Echard, Scriptores ordinis praedicatorum, (2 vols. Paris 1719- 1721),. Το έργο του εκδόθηκε από τον Thomas A. Ricchini, Moneta Cremonensis adversus Catharos et Valdenses libri quinque, Rome 1743. Αγγλική μετάφραση αποσπασμάτων W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 308-329. Το συγκεκριμένο κείμενο σελ. 317-318.
[42] Albert Pike, Morals and Dogma of the ancient and accepted Scottish rite of Freemasonry,Charleston , p.321.
[43] Manly P. Hall, 33rd Degree, K.T., The Lost Keys of Freemasonry or The Secret of Hiram Abiff , Forward by Reynold E. Blight, 33rd Degree, K.T., Illustrations by J. Augustus Knapp, 32nd Degree, Macoy Publishing and Masonic Supply Company, Inc., Richmond, Virginia, p. 48:
«Έχει έρθει η ημέρα που οι Αδελφοί Τέκτονες πρέπει να γνωρίζουν και να εφαρμόζουν την γνώση τους. Το κρυμμένο κλειδί για τον βαθμό τους είναι η κυριαρχία του συναισθήματος, η οποία τοποθετεί την ενέργεια του σύμπαντος στην διάθεσή τους. Ο άνθρωπος μπορεί να περιμένει την διαπίστευση περισσότερης ενέργειας, μόνο εφόσον έχει αποδείξει την ικανότητά του να την χρησιμοποιεί με τέχνη και αλτρουισμό. Όταν ο Μασόνος μαθαίνει ότι το κλειδί για τον μαχητή στην αρένα είναι η σωστή εφαρμογή του δυναμό της ζώσης ενέργειας, έχει μάθει το μυστήριο της Τέχνης του. Οι κοχλάζουσες ενέργειες του Εωσφόρου είναι στην διάθεσή του, και πριν προχωρήσει εμπρός και προς τα πάνω, θα πρέπει ν’ αποδείξει την ικανότητά του να χρησιμοποιεί σωστά την ενέργεια. Πρέπει ν’ ακολουθεί τα βήματα των προπατόρων του».
[44] Rainerius Sacconi, Summa de Catharis, Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 345.
[45] Moneta ( ή Simoneta) Cremonensis, Adversus Catharos et Valdenses (Βλέπε παρακάτω σημ. 37), W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 321-22.  
Παραθέτουμε επίσης το σχετικό χωρίο από το Manifestatio του Bonacursus:
“Λένε επίσης, ότι ο διάβολος έφτιαξε την Εύα, με την οποία πλάγιασε, και από αυτή την ένωση γεννήθηκε ο Κάιν. Όταν το ανακάλυψε αυτό, ο Αδάμ γνώρισε επίσης την Εύα και αυτή έτεκε τον Άβελ, τον οποίο σκότωσε ο Κάιν˙ και από το αίμα του τελευταίου ισχυρίζονται ότι γεννιούνται τα σκυλιά, και γι’ αυτό είναι τόσο πιστά στους ανθρώπους. Η ένωση του Αδάμ και της Εύας ήταν κατά τα λεγόμενά τους, ο απαγορευμένος καρπός … Από τις κόρες της Εύας και τους δαίμονες γεννήθηκαν οι γίγαντες, που έμαθαν από τους πατέρες τους δαίμονες, ότι ο διάβολος δημιούργησε το σύμπαν»,
 W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p.171-172.
Επίσης το De heresi catharorum γράφει: «Εξηγούν ότι ο Εωσφόρος έδωσε σχήμα στο σώμα του Αδάμ από τον πηλό της γης και σ’ αυτό το σώμα ανάγκασε να μπει ο καλός άγγελος… Γι’ αυτόν έφτιαξε ο Εωσφόρος της Εύα, με σκοπό να τον κάνει ν’ αμαρτήσει μαζί της. Και λένε ότι η βρώση του απαγορευμένου καρπού ήταν η συνουσία». W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p.166.
[46] Rainerius Sacconi, Summa de Catharis, Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 338.
[47] Ο.π.
[48] Rainerius Sacconi, Summa de Catharis, Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 342.
[49] Ιωαν. 3.6
[50] W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 166.
[51] Rainerius Sacconi, Summa de Catharis, Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 344.
[52] De heresi catharorum, Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 165.
[53] Rainerius Sacconi, Summa de Catharis, Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 345.
[54] Brevis Summula contra herrores notatos hereticorum, W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 356. Πρβλ. και Rainerius Sacconi, Summa de Catharis, Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 338: «Επίσης, ότι η μέλλουσα κρίση έχει ήδη γίνει και δεν θα ξαναγίνει. Επίσης ότι η κόλαση και η αιώνια φωτιά ή τιμωρία είναι σ’ αυτόν τον κόσμο και πουθενά αλλού».
[55] De heresi catharorum, Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 166.
[56] Liber de duobus principiis, W. Wakefield-A. Evans, Heresies…, 517-518
[57] Liber de duobus principiis, W. Wakefield-A. Evans, Heresies…, p. 519-520.
[58] Rainerius Sacconi, Summa de Catharis, Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 332.
[59] Υπάρχει στο ακέφαλο κείμενο της σημείωσης 2. W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p.233-4.
[60] Υπάρχει στο ακέφαλο κείμενο της σημείωσης 2. W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p.232.
[61] W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p.233. Στο κείμενο του Petri Valium Sarnaii monachi, Hystoria Albigensis I.11 (ed. Pascal Guébin- Ernest Lyon, 3 vols Paris 1926-1939, I 15, αγγλική μετάφραση W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p.238), το οποίο είδαμε στο κεφ. 7.3.3, τα ονόματα γράφονται Oolla και Ooliba, ίσως από κακή ανάγνωση του C ως Ο.
[62] De Heresi catharorum, Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 166.
[63] University of Pennsylvania. Dept. of History: Translations and Reprints from the Original Sources of European history, published for the Dept. of History of the University of Pennsylvania., Philadelphia, University of Pennsylvania Press [1897?-1907?]. Vol II, No 4, pp. 7-11.
[64] J. B. Russell, Witchcraft in the Middle Ages, p. 124.
[65] Αναλυτικότερα στο J. B. Russell, Witchcraft in the Middle Ages, p. 124-125.
[66] Swinton Bland- H. von E. Scott (trans), Dialogus Miraculorum, 2 vols London 1929, vol. 1 p. 352.
[67] Συζήτηση και θέσεις επί του θέματος στα
- Anders Nygren, Agape and Eros, trans. Philip S. Watson, Philadelphia 1953, δέχεται ότι οι κατηγορίες των ειδωλολατρών αφορούσαν τους γνωστικούς.
- Antoine Dondaine, Nouvelles sources de l’ histoire doctrinal du néomanichéisme au moyen âge, Revue de sciences philosophiques et theologiques 28 (1939), 465-488. Συζητά το θέμα της αξιοπιστίας των πηγών και της εξ αυτής αναγκαστικής αποδοχής των πληροφοριών.
- Theodora Büttner- Ernst Werner, Circumcellionen und Adamiten: Zwei Formen mittelalterlichen Haeresie, Berlin 1959, 73-134.
[68] Dietrich Kurze, Zur Ketzergeschichte der Mark Bradenburg und Pommerns vornehmlich im 14.Jahrhundert: Luziferianer, Putzkeller, und Waldenser, Jahrbuch für Geschichte Mittel- und Ostdeutsch-lands XVI-XVII (1968), s.53.
[69] Ο Ιάκωβος Καπέλλι ήταν λέκτορας σε ένα φραγκισκανικό μοναστήρι στο Μιλάνο, στα μέσα του ΙΓ’ αι. Τα έργα του, ειδικά το Simulus amoris, υπήρξαν πηγή έμπνευσης για τον Μποναβεντούρα. Το έργο του Summa contra hereticos γράφτηκε μεταξύ 1240-1260 και εκδόθηκε ολοκληρωμένο από τον Dino Bazzocchi, La Eresia catara: Saggio storico filosofico con in appendice ‘Disputationes nonnullae adversus hereticos’, codice inedito de secolo XIII della bibliotecs Malatestiana di Cesena, Bologna 1919 (κείμενο)- 1920 (παράρτημα), Appendix, pp. CXXXVI-CXXXIX, CXLIX-CL, CLVII-CLVIII, CLXXXVI-CLXXXVII ( η αποσπασματικότητα οφείλεται στην διασπορά του κειμένου στον κώδικα και μόλις το 1940 απέδειξε ο Ilarino da Milano, La ‘Summa contra hereticos’ di Giacomo Capelli, Collectanea franciscana 10 [1940], 66-82, ότι είναι τμήματα του ίδιου έργου). Αγγλική μετάφραση, W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 301-306, το χωρίο σελίδα 305-6.
[70] Rainerius Sacconi, Summa de Catharis, Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 332.
[71] Ο Geoffrey της Auxerre ή Geoffrey του Clairvaux ήταν ακόλουθος και βιογράφος του Βερνάρδου του Κλαιρβώ. Geoffrey of Auxerre, Super Apocalypsim, ed. Jean Leclercq, Analecta monastic 2nd ser. ,Studia Anselmiana 31 (1953), 196-7.
[72] Mansi XXI.843.
[73] Gioacchino da Fiore, Espositio in Apocalypsim, Venice 1527, DIcitonaire de théologie catholique IX.1046-7.
[74] Walter Mapp, De nugis curialium I.30, ed. Montague R. James, Anecdota oxoniensia medieval and modern series XIV (Oxford 1914), 57-59.
[75] Alanus ab Insulis, De fide catholica contra hereticos sui temporis LXII-LXIII, PL CCX.365.
[76] PL CCIV.235.
[77]Martin Bouquet,  Recueil des historiens des Gaules et de la France XII.448
[78] Karl Heisig, Eine gnostische Sekte im abendländischen Mittelalter, Zeitschrift für Religions- und Geistesgeschichte 16 (1964), 271-4.
[79] Βλ. σχ. κεφ. 4.1.1γ
[80] Radulphi de Coggeshall, Chronicon anglicanum, ed. Joseph Stevenson, Rolls Series LXVI (London 1875). Αγγλική μετάφραση W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 251-254, το χωρίο σελίδες 251-253.
[81] Walter Mapp, De nugis curialium, σημ. 74. Αγγλική μετάφραση W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 254-5.
[82] William Puylaurens, Cronica, ed. Bessyier, Troisièmes mélanges d’ histoire du moyen âge, p. 121.
[83] Βλ. σημ. 75.
[84] Γεν. 3.6
[85] Ίσως ο Robert de La Tour du Pin (1173-1195).
[86] Walter Mapp, De nugis curialium. Αγγλική μετάφραση W. Wakefield-A. Evans, Heresies in the High Middle Ages, p. 255-6.
[87] Albrici monachi Triumfontium, Chronicon, ed. P. Scheffer-Boichorst, MGH SS XXIII.845.
[88] A. Brenon, Les Femmes Cathares, Paris 1992, p. 214. Η ομολογία του Pierre Magis στα αρχεία της Ιεράς Εξέτασης MS Paris B.N. Doat 21, f.275a.

© 2011 impantokratoros.gr
Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή του υλικού του ιστοχώρου, κατόπιν αδείας του διαχειριστή του ιστοχώρου,  αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές, που πιθανόν να το αλλοιώνουν, για μη εμπορικούς σκοπούς,
με  βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή: 
http://www.impantokratoros.gr/katharoi-e.el.aspx






Print-icon 

Login-iconLogin